Ήθη, έθιμα και παραδόσεις
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 

Γέννηση

Τα παλιά χρόνια και σχεδόν μέχρι το 1960 οι γυναίκες γεννούσαν στο σπίτι με τη βοήθεια της μαμής. Το 3ο βράδυ της λοχείας η λεχώνα περίμενε τις μοίρες  να μοιράνουν το βρέφος. Οι μοίρες ήταν τρεις: Ελληνίδα, Τουρκάλα, Βουλγάρα. Για να τις γλυκάνει και να ¨γράψουν¨ καλή μοίρα στο μωρό, άφηνε πάνω στο τραπέζι τηγανίτες, γλυκά, πιρούνια, ποτήρια με νερό και το γιορντάνι ή άλλο χρυσαφικό. Εάν η γέννα ήταν δύσκολη τα πρώτα βράδια ξενυχτούσε μαζί της κάποια συγγενής ή η μαμή. Μέχρι να σαραντίσουν η λεχώνα δεν έπρεπε να βγαίνει έξω από το σπίτι και κυρίως την νύχτα αφού ήταν ¨λεπτή¨ στους κινδύνους. Εάν έβγαινε λίγο στο χαγιάτι (μπαλκόνι) ή στην αυλή ή αναγκαζόταν να βγει έξω από το σπίτι έβαζε στην τσέπη της λιβάνι και ψωμί και έδενε το κεφαλομάντηλο χαμηλά για να μην βλέπουν πολύ το πρόσωπο της. Κάθε βράδυ για σαράντα μέρες έβαζε την ψάθινη σκούπα της μέσα στο σπίτι δίπλα στην πόρτα. Στις 20 ημέρες αν είχε αγόρι πήγαινε στην εκκλησιά  με το μωρό και έπαιρνε την μισή ευχή. Στις 40 ημέρες έπαιρναν την ευχή ολόκληρη.

Βάπτιση

Ο νονός πριν βαφτίσει το παιδί το ασήμωνε με ένα φλουρί ή ασημένιο νόμισμα ή κάποιο κόσμημα. Ο νονός αγόραζε τα ρούχα τα παπούτσια, έφτιαχνε το κουλούρι, πήγαινε το λάδι και το σταυρό. Επειδή όμως δεν είχαν όλοι λεφτά για σταυρό κρεμούσαν στο μωρό ένα φλουρί ή ένα ασήμι. Η μάνα του μωρού δεν πήγαινε στα βαφτίσια, αλλά περίμενε στο σπίτι. Μόλις ο νονός/ νονά έλεγε το όνομα του μωρού, πολλά μικρά παιδία που ήταν εκεί έτρεχαν στο σπίτι και έλεγαν το όνομα στην μάνα. Εκείνη τους έδινε αμέσως χρήματα. Μόλις τελείωνε το μυστήριο ο νονός έβγαινε έξω και έριχνε νομίσματα στο δρόμο και τα μάζευαν παιδιά  (φλουροβροχή).Το ίδιο έκαμε και ο πατέρας του μωρού με τα νομίσματα. Έπειτα όλοι μαζί  (ο νονός κρατούσε το παιδί) πήγαιναν στο σπίτι. Εκεί ο νονός παρέδιδε στη μάνα αφού πρώτα εκείνη του έκανε μετάνοια. Σήμερα αυτό γίνεται στην εκκλησία. Στη συνέχεια ακολουθούσε τραπέζι (φαγητό) και γλέντι με όργανα.

Γάμος

Ο γάμος των παιδιών αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες στιγμές της κάθε οικογένειας. Η επιλογή του γαμπρού και της νύφης ήταν πολύ δύσκολη. Η νύφη έπρεπε να είχε προίκα (ρούχα), περιουσία, να ήταν όμορφη, ηθική (τίμια), καλή, εργατική, νοικοκυρά και προκομμένη. Ο γαμπρός δυσκολευόταν εάν ήταν τεμπέλης- άσωτος, μέθυσος, κακός και χαρτοπαίχτης. Η προξενήτρα ή προξενητής έπαιζε  καθοριστικό ρόλο, εξάλλου  ο θεσμός του προξενείου μεσουρανούσε. Πήγαιναν οι προξενήτρες και έλεγαν στους γονείς για το προξενιό. Οι γονείς την κερνούσαν και αν συμφωνούσαν της έλεγαν να συνεχίσει το προξενιό. Αν το προξενιό πετύχαινε της έδιναν κάποιο δώρο (ρεγάλο) που της είχαν τάξει. Κάποιοι γονείς καλούσαν οι ίδιοι την προξενήτρα και έλεγαν αυτοί  όποια νύφη ή όποιο γαμπρό θέλουν. Εάν το προξενιό πετύχαινε και οι δύο οικογένειες  τα έβρισκαν, ακολουθούσε το καπάρωμα (λόγος). Αυτό  γινόταν μυστικά. Ο γαμπρός με τους γονείς του και άλλοι συγγενείς πήγαιναν στο σπίτι της νύφης (ο αριθμός έπρεπε να ήταν μονός π.χ. 5 ή 7 άτομα) για να μην καπαρώσουν. Η πεθερά έδινε της νύφης ένα μαντήλι (κλαρωτό), μία ποδιά και ένα φλουρί ή ένα κόσμημα- συνήθως δαχτυλίδι. Εκεί γνωρίζονταν οι νέοι μεταξύ τους και οι συμπέθεροι.

Μετά ακολουθούσε ο αρραβώνας  για να επισημοποιήσουν το γεγονός αλλά και για να γνωστοποιηθεί  στο χωριό. Ο αρραβώνας γινόταν στο σπίτι της νύφης. Γινόταν μεγάλο τραπέζι και ήταν αρκετοί συγγενείς και φίλοι καλεσμένοι. Οι νέοι άλλαζαν δαχτυλίδια. Την ώρα που έβαζαν τα δαχτυλίδια, κάποιος έριχνε πυροβολισμό. Μετά η πεθερά,  ή ο πεθερός ή  αδέρφια έβαζαν στη νύφη αν είχαν και άλλα χρυσαφικά: βραχιόλι, δαχτυλίδι, σταυρό, ή κόσμημα άλλο για το λαιμό. Οι γονείς της νύφης έβαζαν στο γαμπρό δαχτυλίδι ή φλουρί ή ασήμι και κρεμαστό ρολόι. Βέβαια όλα αυτά τα έδιναν αν είχαν. Οι συγγενείς έδιναν κάποια δώρα ή κάποια χρήματα.

Αφού περνούσε η περίοδος της μνηστείας που διαρκούσε μερικές φορές αρκετά χρόνια (ο γαμπρός ετοίμαζε σπίτι αν δεν είχε και η νύφη την προίκα) ερχόταν ο γάμος. Οι παλιοί ανακοίνωναν τον γάμο με  ντελάλη. Αργότερα  καλούσαν με μπουμπουνιέρες:  3 κουφέτα σε λαδόκολλα δεμένα με κόκκινη κλωστή. Οι  προετοιμασίες του γάμου ξεκινούσαν αρκετό καιρό πριν το γάμο κυρίως για την νύφη που έπρεπε να ετοιμάσει τα προικιά της αλλά και την οικοσκευή για το καινούριο σπιτικό. Η νύφη έστηνε  το γιούκο ( τα χοντρά ρούχα: χράμια, φλοκάτες, βελεντζές και διπλωμένα το ένα επάνω στο άλλο). Στην κορυφή έβαζε τα μαξιλάρια και στη μέση μια εικόνα. Την Παρασκευή πριν το γάμο και στα δύο σπίτια έφτιαχναν τα κουλούρια. Η μάνα του γαμπρού έφτιαχνε ένα για το γιο της, ένα για τον κουμπάρο και ένα μικρό για τον παπά με τα δύο στεφάνια. Προσπαθούσαν να κάνουν τα καλύτερα κεντήδια στα κουλούρια οι δύο συμπεθέρες για να δείξουν η  καθεμία τη νοικοκυροσύνη της. Η μάνα της νύφης έφτιαχνε μόνο ένα κουλούρι για την κόρη της. Και οι δύο συμπεθέρες έφτιαχναν περισσότερα  κουλούρια για να δώσουν στις γυναίκες που τις βοήθησαν άλλα και για να μοιράσουν στη γειτονιά. Οι γυναίκες που πήγαιναν στο σπίτι της νύφης , κερνούσαν το γιούκο με χρήματα. Επίσης έριχναν ρύζι και κουφέτες και  έβαζαν μαντήλια και φυτό βαμβάκι με σπόρους. Στο γιούκο η νύφη είχε κρεμάσει το γιορντάνι (κόσμημα) που της είχαν στείλει τα πεθερικά της. Προετοίμαζαν και τα φαγητά αφού γινόταν δύο τραπέζια: ένα στης νύφης και ένα στου γαμπρού. Τα φαγητά ήταν συνήθως κρέας κοκκινιστό με μακαρόνια 3 ειδών: ή γκόγκλιες ή τσεπίλιες ή κρίμπιλιες ή κρέας στη σούβλα ή στο φούρνο.

Ο γάμος γινόταν την Κυριακή  στο σπίτι της νύφης ή στην εκκλησία. Στο σπίτι του γαμπρού έφθαναν οι μουσικοί με τα όργανα, οι φίλοι του για  να τον ντύσουν και ο κουρέας για να τον ξυρίσει και να τον κουρέψει. Στο σπίτι του γαμπρού κυρίως την ώρα που τον ξύριζε ο  κουρέας, έριχναν πυροβολισμούς (έριχναν όπλα). Το ίδιο γινόταν και στο σπίτι της νύφης. Ο γαμπρός ξεκινούσε με τα όργανα μαζί με το συμπεθεριό για το σπίτι της νύφης για να μην πάρει να γίνει ο γάμος. Από το συμπεθεριό πορευόταν ο πρώτος συμπέθερος καβάλα στο άλογο. Συνήθως ήταν ένας νέος ανύπαντρος που έπρεπε να έχει στη ζωή και τους δύο γονείς (ζωντανούς). Στο λαιμό του είχε κρεμασμένη την πετίλια (ταγάρι γάμου υφαντό με υπέροχα χρώματα και σχέδια) και μέσα σε αυτήν το κουλούρι του γαμπρού.  Ο πρώτος συμπέθερος πήγαινε πιο μπροστά άλλα γύριζε και πίσω προς τον γαμπρό. Ο  καβαλάρης έφθανε πρώτος στο σπίτι της νύφης και έλεγε στη μάνα της τα συγχαρήκια φωνάζοντας: Ντάσνε κρούσκ. Εκείνη αμέσως έτρεχε και τον κέρναγε ποτό(μπουκάλι ούζο, μαστίχα) και κρεμούσε στη δεξιά μεριά του αλόγου στο χαλινάρι ένα λευκό μαντήλι και ένα μπουκέτο λουλούδια. Όλα αυτά τα έπαιρνε δώρα ο καβαλάρης. Αμέσως έφθαναν στην αυλή της νύφης ο γαμπρός με τα όργανα και το συμπεθεριό. Εκεί ήταν συγκεντρωμένοι και οι συμπέθεροι της νύφης. Η νύφη έβγαινε στην πόρτα για να την πάρει ο γαμπρός. Τα όργανα συνεχώς έπαιζαν έως και την εκκλησία.

Αφού γινόταν ο γάμος γυρνούσαν στο σπίτι της νύφης για να φάνε και να γλεντήσουν, αφού  δεύτερο τραπέζι και γλέντι ακολουθούσε στο σπίτι του γαμπρού. Πριν φύγουν για το σπίτι του γαμπρού έπρεπε πρώτα να πάρουν τα προικιά της νύφης. Ο γαμπρός έπρεπε πρώτα να κεράσει με αρκετά χρήματα το γιούκο για να τον πάρουν. Αφού έριχνε πολλά χρήματα, τραβούσε κάποια ρούχα του γιούκου για να τον γκρεμίσει. Μαζί με τα ρούχα έπαιρναν και άλλα πράγματα: έπιπλα: τραπέζι, καρέκλες, μπαούλα, κασέλες, στρώματα κ.α Επίσης όλα τα κουζινικά: τέντζερα, ταβάδες τσουκάλι, στάμνες, πιθάρια, καζάνια, κόσκινα, πιάτα, ποτήρια, κουταλομαχαιροπίρουνα κ.α Όλα τα φόρτωναν σε ζώα. Ο πρώτος συμπέθερος  έπαιρνε την εικόνα του γιούκου. Ο δεύτερος καβαλάρης έπαιρνε τον καθρέφτη και την «καλημέρα». Πριν φύγουν αφού όλα τα πράγματα είχαν φορτωθεί έπρεπε κάποιος από το σόι του γαμπρού να κλέψει κάτι από το σπίτι της νύφης. Οι συγγενείς της νύφης τους παραφύλαγαν όμως οι άλλοι τα κατάφερναν στο τέλος αφού δίχως την κλοπή δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν. Όταν έφθαναν στο σπίτι  του γαμπρού ξεφόρτωναν τα πράγματα και κάποιες γυναίκες ξαναέστηναν εκεί το γιούκο, ο οποίος κρατιόταν στημένος για αρκετό καιρό(μήνες ή χρόνο). Η μάνα του γαμπρού στην πόρτα του σπιτιού των νεόνυμφων κρεμούσε στο λαιμό της νύφης ένα κόσμημα(γύρα). Έπειτα τους τραβούσε και τους δύο μέσα με ένα άσπρο μαντήλι. Πριν από αυτά η νύφη σταύρωνε με μέλι(με το δάχτυλο)τις τέσσερις μεριές της πόρτας. Ακολουθούσε τραπέζι και γλέντι. Στο τέλος έβγαζαν ένα δίσκο ή ταψί για να ρίξουν οι καλεσμένοι χρήματα. Η νύφη έδινε στους καλεσμένους μαντηλάκια και στις γυναίκες μαντήλια. Έδινε επίσης ένα δώρο στον πεθερό(π.χ πουκάμισο) και στην πεθερά(π.χ μία μπλούζα). Η μάνα της νύφης κρεμούσε στην πλάτη του γαμπρού μια καλαμάτα (μαντήλι) μεταξωτή με χρωματιστά λουλούδια. Την επόμενη μέρα, το πρωί η πεθερά πήγαινε τη νύφη της με άλλες γυναίκες στη βρύση για να κεράσει νερό. Την Τρίτη μέρα του γάμου οι γυναίκες έπρεπε να πάνε στο σπίτι της νύφης με γλυκά , τηγανίτες , λουκουμάδες. Μετά από 15 μέρες, τη δεύτερη Κυριακή του γάμου , η πεθερά έπαιρνε τους νεόνυμφους και πήγαιναν στην εκκλησία  και  έβαζε την νύφη στην θέση που καθόταν εκείνη.

Το κουλούρι του γάμου

Την Πέμπτη μαζεύονταν οι γυναίκες, ζύμωναν γλυκά κουλούρια που είχαν επάνω τους περίτεχνα σχέδια φτιαγμένα από ζυμάρι. Το πιο εντυπωσιακό κουλούρι φτιαχνόταν για τη νύφη και το γαμπρό, ένα ακόμη πιο μικρό για τον κουμπάρο και ένα για την εκκλησία όπου τοποθετούσαν τα στέφανα. Την υπόλοιπη ζύμη την τοποθετούσαν σε ένα μεγάλο ταψί και την μοίραζαν στις κοπέλες που είχαν βοηθήσει. Όταν τα κουλούρια ήταν έτοιμα για να πάνε στο φούρνο οι φίλοι του γαμπρού και της νύφης συνόδευαν τα κορίτσια που μετέφεραν τα κουλούρια με πυροβολισμούς στον αέρα ως ένδειξη χαράς. Το ψωμί έπαιζε πάντα σημαντικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων, στην καθημερινή αλλά και σε κάθε σημαντική στιγμή του. Έτσι και στο γάμο το κεντητό ψωμί (το κουλούρι του γάμου) είχε ένα ξεχωριστό κομμάτι.

Το κουλούρι του γάμου είναι ένα γλυκό ψωμί που παρασκευάζεται στην οικογένεια της νύφης από φίλους και συγγενείς, παραμονές του γάμου μέσα σε κλίμα χαράς, με γέλια και τραγούδια. Παράλληλα παρασκευάζεται ένα κουλούρι για τον παπά και ένα για τον κουμπάρο. Τα κεντητά ζυμαρένια στολίδια, είναι πολλά και έχουν το καθένα τον συμβολισμό του: Π. χ. Το σταφύλι την θεία κοινωνία και την ευλογία, το στάχυ την γονιμότητα, το κρινάκι την ευχάριστη είδηση, η δάφνη την νίκη, τα άνθη λεμονιάς τους καρπούς του ζευγαριού, η ντάλια την ευτυχία. Πολλά κουλούρια στη μέση φιλοξενούν δύο περιστέρια που κρατούσαν στο ράμφος τους τις βέρες. Το κουλούρι αφού ψηθεί, αλείφεται με μέλι, κουφέτα και κορδέλες, και την ημέρα του γάμου συνοδεύει την νύφη στην εκκλησία μαζί με αυτό που δωρίζεται στον παπά και αυτό που δωρίζεται στον κουμπάρο.

Μετά τον γάμο οι νεόνυμφοι κρατώντας το μαζί, το σπάνε στη μέση και όποιος πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι είναι αυτός που λέγεται πως θα έχει το πάνω χέρι στο γάμο τα κεντρικά στολίδια φυλάσσονται μαζί με τα στεφάνια και το κουλούρι μοιράζεται στους καλεσμένους.

Θάνατος

Οι άνθρωποι πίστευαν παλιότερα αλλά και τώρα πως ο μελλοθάνατος πριν πεθάνει βλέπει όνειρα με τους πεθαμένους φίλους και συγγενείς που έρχονται για να τον πάρουν. Οι συγγενείς του ετοιμοθάνατου καλούσαν τον παπά για να τον μεταλάβει ώστε να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του. Όταν πέθαινε τον έπλεναν με νερό και κόκκινο κρασί, τον έντυναν με σάβανο και καθαρά καινούρια ρούχα και έβαζαν στο στόμα του ένα νόμισμα για να έχει να πληρώσει για την είσοδό του στον κάτω κόσμο. Τα χέρια του τα έδεναν με ένα μαντίλι και τα έλυναν όταν τον έβαζαν στον τάφο. Οι συγγενείς ξενυχτούσαν τον νεκρό στο σπίτι του με κλάματα και μοιρολόγια. Την ώρα της κηδείας ο παπάς ερχόταν στο σπίτι, έψελνε και μαζί με τους συγγενείς ο νεκρός μεταφερόταν στην εκκλησία για την νεκρώσιμη ακολουθία. Μετά στο νεκροταφείο οι συγγενείς έριχναν χώμα στον τάφο αφού κατέβαζαν το φέρετρο και ο παπάς έριχνε χώμα και κρασί πάνω στο νεκρό και γινόταν η ταφή. Οι συγγενείς έπλεναν τα χέρια τους στην βρύση του νεκροταφείου και γύριζαν στο σπίτι για να φάνε όλοι μαζί, να πιούνε κρασί και να συγχωρέσουν τον πεθαμένο.