Τα κάστρα τ’ Αναπλιού
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 

Φθάνοντας στο Ναύπλιο, ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από τα επιβλητικά κάστρα της πόλης: την αρχαία ακρόπολη, Ακροναυπλία, το ενετικό  Παλαμήδι και το Μπούρτζι, το θαλασσινό κάστρο στη βραχονησίδα του λιμανιού. Λόγω της γεωγραφικής του θέσης και της μορφολογίας του εδάφους του, το Ναύπλιο αποτέλεσε θέατρο στρατιωτικών επιχειρήσεων αλλά και εμπορικό κόμβο και οχυρώθηκε πάντα με ξεχωριστή φροντίδα από τους αλλεπάλληλους κυρίους του. Σήμερα, τα κάστρα της πόλης δεν αποτελούν μόνο πόλο τουριστικής έλξης αλλά κατέχουν και μια ξεχωριστή θέση στη φαντασία μας, ζωντανεύοντας σκηνές ηρωικής δράσης από άλλες εποχές.

ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ (ΙΤΣ ΚΑΛΕ) & ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΠΟΛΗΣ

(Ο σύνδεσμος οδηγεί στο αρχικό και λεπτομερέστερο κείμενο)

Η Ακροναυπλία είναι μια βραχώδης χερσόνησος που ενώνεται με την στεριά στην ανατολική πλευρά της. Λόγω της θέσης της υπήρξε στρατηγικό σημείο στρατιωτικών επιχειρήσεων και εμπορίου από την αρχαιότητα.

Αρχαιότητα: Τα πρώτα ίχνη ζωής στην Ακροναυπλία ανάγονται στην προϊστορική εποχή, ενώ από τον  4ο αι. π.Χ. άρχισε να αναπτύσσεται οχυρωμένος οικισμός με τείχη που ξεκινούσαν από την ΝΔ πλευρά, συνέχιζαν κατά μήκος της βόρειας πλευράς και κατέληγαν στο τέλος της ανατολικής. Η νότια πλευρά, με τους απότομους βράχους και τη θάλασσα, παρείχε φυσική προστασία. Τα τείχη αποτελούνταν από μεγάλες λαξευμένες πέτρες και χτίστηκαν με την τεχνική των οχυρώσεων της πολυγωνικής τοιχοποιίας. Στο εσωτερικό του φρουρίου, στο ψηλότερο σημείο, βρέθηκαν λείψανα περίστυλου κτιρίου του 4ου αι. π.Χ., που εικάζεται πως ήταν ναός του Ποσειδώνα.

Ρωμαϊκοί χρόνοι: Αυτή την περίοδο η Ακροναυπλία σχεδόν εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους. Οι Ρωμαίοι μετέφεραν την κύρια πύλη νοτιότερα και κατασκεύασαν έναν ημικυκλικό πύργο με την παλαιορωμαϊκή τεχνική θολοδομίας, με πλίνθους και αρχιτεκτονικά μέλη από το αρχαίο τείχος.

Βυζαντινοί χρόνοι: Τη Βυζαντινή εποχή η Ακροναυπλία αρχίζει και πάλι να αναπτύσσεται. Αποτέλεσε έδρα επισκόπου και το 1180 ορίστηκε άρχοντάς της ο Θεόδωρος Σγουρός, που τον διαδέχτηκε ο γιος του, Λέοντας. Στα χρόνια του κάστρο και πόλη ταυτίζονται, καθώς όλος ο λαός κατοικούσε μέσα στο κάστρο. Ο Λέοντας Σγουρός ανέδειξε την Ακροναυπλία σε ακατάλυτο άσυλο των επιχειρήσεών του. Μετά το θάνατό του, οι αλλεπάλληλες πολιορκίες των Φράγκων με επικεφαλής τον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουίνο ανάγκασαν τους  κατοίκους της Ακροναυπλίας να παραδώσουν την εξουσία στους Φράγκους.

Φραγκοκρατία: Με την εγκατάσταση των Φράγκων (1212) η Ακροναυπλία παραχωρείται στην εξουσία του Όθωνα ντε λα Ρος, «Κύρη των Αθηνών» και χωρίζεται σε δύο κάστρα: δυτικά το Ρωμέικο κάστρο και ανατολικά το Φράγκικο. Τα δύο κάστρα χωρίζονταν με τείχος και έναν τετράγωνο πύργο, ο οποίος προοριζόταν για τον έλεγχο του κάστρου των Ελλήνων (Ρωμέικο). Στο κάστρο των Φράγκων κατασκευάστηκαν κατοικίες των Φράγκων αρχόντων, τοιχοβάτες, δεξαμενές και μια έξοδος κίνδυνου στο βόρειο τμήμα. Σημαντικό έργο αυτής της περιόδου είναι και η λεγόμενη «Πύλη της Ειρήνης» (πύλη εισόδου στο φράγκικο κάστρο), που κοσμείται από τοιχογραφίες βυζαντινού ρυθμού με παραστάσεις Αγίων της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και εμβλήματα των Παλαιολόγων και του Δουκάτου των Αθηνών.

Πύλη της Ειρήνης, Ακροναυπλία

Α’ Ενετοκρατία (1389-1540): Από το 1389 το Ανάπλι αποτελούσε κτήση της Γαληνότατης Δημοκρατίας με την ονομασία Napoli di Romania. Στο διάστημα αυτό ορίζονται «Προβλεπτές» [=αξίωμα που έφεραν διάφοροι ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι, αξιωματούχοι της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, με διάφορες αρμοδιότητες σε εσωτερικά διοικητικά, δημοτικά και εκκλησιαστικά θέματα], για τη διοίκηση του εξαθλιωμένου λαού. Οι Ενετοί οχυρώνουν και τρίτο κάστρο, των Τόρων (castello di Toro) πιο λιτό σε σχέση με τα άλλα δύο, με βαριά πύλη και οικόσημο ένα ανάγλυφο λιονταρόγατο. 

Την εποχή αυτή έχει αρχίσει η χρήση της πυρίτιδας και των κανονιών. Έτσι άλλαξε και η οχυρωματική τεχνική: τα τείχη επιχωματώνονται, κατασκευάζονται πύργοι, χρησιμοποιούνται ψαλιδωτές επάλξεις και αποκόπτουν την χερσόνησο με τάφρο, όπου τοποθετούν ξύλινη ράμπα, ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος εισόδου.

Την ίδια εποχή αρχίζει η επέκταση της πόλης βόρεια της Ακροναυπλίας. Το διοικητικό κέντρο μεταφέρεται τώρα στην «Κάτω Πόλη», που  προστατεύεται από τείχη και προμαχώνες. Το τείχος εκτεινόταν από το Κάστρο των Τόρων προς τη σημερινή πλατεία Καποδιστρίου, από εκεί συνέχιζε στη σημερινή λεωφόρο Αμαλίας και κατέληγε στον προμαχώνα «Πέντε Αδέλφια», όπου ενωνόταν με τα τείχη της Ακροναυπλίας. Στην ανατολική πλευρά υπήρχε τάφρος και περίπου στη μέση της η «Πύλη της Ξηράς». Στη βόρεια πλευρά το τείχος είχε τρεις πύλες, με κεντρική την «Πύλη της Θαλάσσης».

Ακροναυπλία, ενισχυμένο τείχος

Α΄ Τουρκοκρατία (1540-1686): Το 1540 η Ακροναυπλία κατακτάται από το Τούρκους, οι οποίοι την διοικούν ως το 1686 χωρίς αξιοσημείωτες παρεμβάσεις. Το Ναύπλιο γίνεται, κατά περιόδους, έδρα του σαντζακίου το Μοριά.
Β΄ Ενετοκρατία: Η επάνοδος της Ενετοκρατίας τον 17ο αι., το 1686, ξεκινά με την Ακροναυπλία σχεδόν κατεστραμμένη. Ο Φρ. Μοροζίνι, που ανακατέλαβε την πόλη, εγκαινιάζει μια περίοδο κατασκευής μεγάλων έργων. Ανακατασκευάζεται η Πύλη της Ξηράς σε σχέδιο του Lasalle και κατασκευάζονται οι προμαχώνες Dolfin και Grimani. Το 1713 κατασκευάζεται και η Πύλη του Σαγρέδου, βόρεια του Ρωμέικου κάστρου, που επέτρεπε την πρόσβαση του στρατού από την Κάτω Πόλη στην Ακροναυπλία. Την ίδια εποχή ξεκινά η οχύρωση του Παλαμηδιού, που θα υποβαθμίσει σταδιακά την αμυντική σημασία της Ακροναυπλίας.

Ακροναυπλία, κατεβαίνοντας στην Κάτω Πόλη

Β΄ Τουρκοκρατία (1715-1822):  Μετά από 29 χρόνια η Γαληνότατη Δημοκρατία συνθηκολογεί με τους Τούρκους και παραχωρεί την πόλη. Σύμφωνα με τον Πουκεβίλ οι Τούρκοι εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς δεσποτισμού και στρατιωτικής αναρχίας.

Νεότεροι χρόνοι (1822-μέχρι σήμερα): Το 1822 η Ακροναυπλία ξαναγυρνά στους Έλληνες και παραδίνεται στο Θ. Κολοκοτρώνη. Το 1828 το Ναύπλιο γίνεται πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου Ελληνικού κράτους με Κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια. Ο Καποδίστριας, αντιλαμβανόμενος την αξία του φρουρίου, φρόντισε για τη συντήρηση της Ακροναυπλίας και στο εσωτερικό της ίδρυσε Στρατιωτικό Νοσοκομείο μαζί με το ναό των Αγίων Αναργύρων, ενώ σταδιακά στον ίδιο χώρο δημιουργήθηκε πυρήνας οικισμού των εργαζομένων.

Ξενάγηση στην Ακροναυπλία από τον κ. Μπάμπη Αντωνιάδη, τοπογράφο-μηχανικό 

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (1831), το 1833 ο βαυαρικός στρατός υπό τον Όθωνα, αναλαμβάνει τη φρούρηση του Ναυπλίου. Η Ακροναυπλία χαρακτηρίζεται ως στρατιωτική βάση ενώ μέρος της ορίζεται να χρησιμοποιηθεί για φυλακές. Αρχίζουν επισκευές, οι προμαχώνες εξοπλίζονται με νέα πυροβόλα και κατασκευάζονται στρατιωτικές αποθήκες.   

Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα (1862) ο νέος βασιλιάς Γεώργιος Α’ (1863) μετατρέπει την Ακροναυπλία σε κέντρο στρατωνισμού της Πελοποννήσου. Από το 1880 λειτουργούν στην Ακροναυπλία οι κεντρικές αποθήκες ιματισμού του ελληνικού στρατού (Σαρτορία). Το 1884 ιδρύονται οι Στρατιωτικές Φυλακές Ακροναυπλίας.

Αρχίζουν να κατεδαφίζονται σταδιακά τα τείχη της Κάτω Πόλης, επιχωματώνεται η τάφρος για τη δημιουργία σιδηρόδρομου και διαμορφώνεται η προκυμαία. Η κατεδάφιση προμαχώνων συνεχίζεται μεταξύ 1929 και 1934. Ο μοναδικός προμαχώνας που σώθηκε από την οχύρωση της Κάτω Πόλης ήταν τα «Πέντε Αδέλφια».

Κατεδάφιση τειχών στη σημερινή πλατεία Καποδιστρίου -Φωτ.Αρχείο Συλλόγου "Παλαμήδης"

Από το 1884 ως το 1966, για 82 χρόνια, η Ακροναυπλία χρησιμεύει ως φυλακή. Το 1936, επί δικτατορίας Μεταξά, μετά την επιβολή του νόμου «περί καταπολέμησης του κομμουνισμού», γεμίζει πολιτικούς κρατουμένους και ονομάζεται  «Στρατόπεδο συγκεντρώσεως κομμουνιστών Ακροναυπλίας». Σύμφωνα με τα λόγια του Μανώλη Γλέζου: «η Ακροναυπλία ήταν ένα νεκροταφείο ζωντανών». Ανάμεσα στις προσωπικότητες που πέρασαν από τις φυλακές Ακροναυπλίας ήταν και ο μεγάλος δάσκαλος Δημήτρης Γληνός. Την περίοδο της Κατοχής 239 από τους «Ακροναυπλιώτες» εκτελέσθηκαν από τους Γερμανούς. Μετά την Απελευθέρωση, οι φυλακές επαναλειτουργούν το 1946, πάντα με πολιτικούς κρατουμένους.

Φυλακές Ακροναυπλίας - Φωτ.Αρχείο Πρ.Συλλόγου "Παλαμήδης"
Ακροναυπλία

Το 1960 η Ακροναυπλία χαρακτηρίζεται «Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα». Το 1961 εγκαινιάζεται η ξενοδοχειακή μονάδα «Ξενία» υπό τη διαχείριση του ΕΟΤ.  Ως το 1966 οι φυλακές της Ακροναυπλίας είχαν πλέον αδειάσει και κατεδαφίστηκαν το 1970, αφού το Ελληνικό κράτος αποφάσισε να αξιοποιήσει το χώρο με την κατασκευή ξενοδοχειακού συγκροτήματος. Για τις παρεμβάσεις στο χώρο της Ακροναυπλίας και το αίτημα «τουριστικής αξιοποίησης» υπήρξαν αρκετές αντιρρήσεις. Το 1971 η Επιμελήτρια Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κ. Φανή Δροσογιάννη επισήμαινε: «Πλην των καθαρώς αρχαιολογικών αντιρρήσεων η ανέγερσις ξενοδοχείων επί των μνημείων είναι αντιτουριστική. Διότι, όταν το μνημείο χάσει την οντότητά του, παύει να είναι μνημείο και όταν παύσει να είναι μνημείο παύει να προσελκύει και τον επισκέπτη», ενώ η αρχαιολόγος κ. Ε. Δεϊλάκη πρότεινε τη δημιουργία Μουσείου Χριστιανικών και Ενετικών Αρχαιοτήτων στο χώρο των πρώην φυλακών. Τέλος, το 1973 ο Άγγελος Τερζάκης παρενέβη για το θέμα με το άρθρο του «Οίστρος ακολασίας» (εφημ. «ΒΗΜΑ») «[…] Σύνθεση εμπνευσμένη, όπου η Φύση κι ανθρώπινα χέρια συνεργάστηκαν σε μιαν ευτυχισμένη κατάσταση ευφορίας […] Κάθε επέμβαση σε τέτοια επιτεύγματα του χρόνου πρέπει ή να αποκλείεται κατηγορηματικά ή, αν σχεδιάζεται, να μελετιέται προσεχτικά πολύ […] Τι θα κερδίσουμε αν μεταμορφώσουμε την Ελλάδα σε κάτι που δεν θα είναι πια αυτή η ίδια; […] Πόσα ωραία θα μπορούσαν να έχουν γίνει, χωρίς να σχετίζονται με την καταστροφή που είναι κατά κανόνα ανεπανόρθωτη. [...]  Ευτυχώς η πολιτεία του Ναυπλίου αντέχει ακόμα, αντιστέκεται σιωπηρά με τραυματισμένη την αξιοπρέπεια της προαιώνιας αρχοντιάς της. Ως πότε όμως; …».

ΠΑΛΑΜΗΔΙ

(Ο σύνδεσμος οδηγεί στο αρχικό και λεπτομερέστερο κείμενο)

"Στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι

κει βροντάει το καριοφύλι"

Το ξακουστό κάστρο που στεφανώνει με την επιβλητική παρουσία του την πόλη του Ναυπλίου. Το όνομά του το πήρε από τον Παλαμήδη, γιο του Ναυπλίου, στον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν την ανακάλυψη των τεσσάρων γραμμάτων του αλφαβήτου που συμπλήρωσαν το φοινικικό αλφάβητο, την επινόηση των φάρων και των πεσσών.

Το κάστρο του Παλαμηδιού ήταν στην αφάνεια και ανοχύρωτο ως και τα Βυζαντινά χρόνια. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά, ανοχύρωτο, από τον βεζίρη Κασίμ πασά για την εγκατάσταση πυροβόλων που χτυπούσαν τη πόλη και αποτέλεσε στρατηγικό σημείο για την κατάκτηση της Ναυπλίας (Α΄ Τουρκοκρατία). Στη Β΄ Ενετοκρατία (1686-1715) οι Βενετσιάνοι έχοντας προσέξει τη στρατηγική του θέση, αφού και ο Μοροζίνι το είχε εκμεταλλευτεί στην τελευταία νικηφόρα πολιορκία του, σκέφθηκαν να το οχυρώσουν. Έτσι το 1702 ξεκινά η οχύρωση του Παλαμηδιού από τους μηχανικούς Garish & LaSalle, υπό την εποπτεία του Προβλεπτή Σαγρέδου, σε στυλ μπαρόκ. Ο λόφος οχυρώνεται με οκτώ διαδοχικούς αλληλοϋποστηριζόμενους προμαχώνες, οι οποίοι αναπτύσσονταν κλιμακωτά σύμφωνα με την μορφολογία του εδάφους, ενισχυμένοι με μικρές πολεμίστρες. Οι προμαχώνες είναι μεταξύ τους αυτοτελείς, ώστε σε περίπτωση κατάληψης ενός από αυτούς να μπορεί η άμυνα να συνεχιστεί από τους άλλους. Ο ανάγλυφος θυρεός των βενετσιάνων το «λιοντάρι του Αγίου Μάρκου» βρίσκεται σε πολλά σημεία του κάστρου. Οι προμαχώνες του Παλαμηδιού σήμερα έχουν ονόματα αρχαίων Ελλήνων στρατηγών (Μιλτιάδης, Αχιλλέας Επαμεινώνδας, Θεμιστοκλής κλπ).

Ενετικός λέων

Το Παλαμήδι καταλαμβάνεται από τους Τούρκους με προδοσία του LaSalle, μηχανικού οχύρωσης του κάστρου (Β΄ Τουρκοκρατία, 1715-1822). Αυτοί το συμπληρώνουν με την οχύρωση της εισόδου του και το επεκτείνουν νοτίως με την κατασκευή νέου προμαχώνα (Φωκίωνα). Οι Τούρκοι, θεωρώντας το Παλαμήδι ως λεωφόρο διαφυγής του Ναυπλίου, δεν επιτρέπουν την είσοδο σε κανένα χριστιανό και το χρησιμοποιούν ως πυριτιδαποθήκη.

Το Νοέμβριο του 1822 ο Στάικος Σταϊκόπουλος με τον Δημ. Μοσχονησιώτη καταλαμβάνει το Παλαμήδι και τέσσερις μέρες μετά οι Τούρκοι συνθηκολογούν με τους Έλληνες οπλαρχηγούς και παραδίδουν την πόλη στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ως το 1826 γίνονται επισκευές και στα τρία οχυρά της Ακροναυπλίας από τον Θ. Βαλλιάνο.

Το 1829 το Ναύπλιο γίνεται η πρώτη πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας με  κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια. Ο Καποδίστριας έδωσε εντολές για την επισκευή του Παλαμηδιού και κατασκεύασε τις πρώτες φυλακές εσωτερικά του κάστρου. Οι πρώτοι φυλακισμένοι στεγάζονται στον προμαχώνα Μιλτιάδη (οι βαρυποινίτες και μελλοθάνατοι) και στον προμαχώνα Αγ. Ανδρέα (αυτοί που είχαν μικρότερες ποινές).
Στα χρόνια του Όθωνα πραγματοποιείται συμπλήρωση των οχυρώσεων, κατασκευή στρατώνων και ολοκλήρωση της λίθινης σκάλας που συνδέει το Παλαμήδι με την πόλη του Ναυπλίου. Το Ναύπλιο ορίζεται ως αποκλειστικός τόπος εκτελέσεων και μια γκιλοτίνα, προερχόμενη από τη Μασσαλία, τοποθετείται στο αλωνάκι του Παλαμηδιού κοντά στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, όπου οι μελλοθάνατοι παρακολουθούσαν για τελευταία φορά λειτουργία. Η λαιμητόμος παύει να λειτουργεί το 1913.

Το 1834 φυλακίζεται στις φυλακές του Παλαμηδιού για 11 μήνες ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μαζί με τον Δημήτριο Πλαπούτα, για εσχάτη προδοσία (!) από το καθεστώς της Αντιβασιλείας Ο θεωρούμενος ως χώρος της φυλακής του Κολοκοτρώνη έχει λάβει θρυλικές διαστάσεις και δέχεται καθημερινά πολλούς επισκέπτες. Πρόκειται για ένα θεοσκότεινο βαθύ μπουντρούμι, 1,05 Χ 0,69, μέσα στο βράχο, στο οποίο μπαίνει κανείς σκυφτός. Ωστόσο πρόσφατες μελέτες, βασισμένες σε μαρτυρίες της εποχής, θεωρούν εσφαλμένη την ταύτιση αυτού του χώρου με τη φυλακή του Κολοκοτρώνη και τοποθετούν την πραγματική φυλακή του ήρωα στον προμαχώνα Μιλτιάδη. Ο Κολοκοτρώνης συνδέεται με το Παλαμήδι και με τον θρύλο για τα 999 σκαλιά του Παλαμηδιού, αφού σύμφωνα με την προφορική λαϊκή παράδοση το χιλιοστό σκαλοπάτι το έσπασε το άλογο του Γέρου του Μοριά.

Παλαμήδι, η πρόσβαση στο κάστρο

Στα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα (1833-1862) και του Γεωργίου Α΄ (1863-1913) το Παλαμήδι θεωρείται η πιο απάνθρωπη φυλακή στον ελληνικό χώρο.  Οι τότε εφημερίδες «ΕΣΤΊΑ», «ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ» και «ΠΑΝΔΩΡΑ» περιγράφουν με τα πιο μελανά χρώματα τις συνθήκες κράτησης των φυλακισμένων.  Οι φυλακές του Παλαμηδιού κλείνουν το 1925.

Παλαμήδι, Φωτογρ. Αρχείο Προοδευτικού Συλλόγου "Παλαμήδης"

Το 1962 χαρακτηρίζεται το Παλαμήδι ως επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος. Σήμερα το Παλαμήδι λειτουργεί σαν αυτόνομος αρχαιολογικός χώρος, με μεγάλη επισκεψιμότητα όλο το χρόνο διατηρώντας σχεδόν ακέραιη την εικόνα ενός βενετσιάνικου φρουριακού συγκροτήματος. Ωστόσο δεν γίνονται επισκευές, ούτε αισθητικές παρεμβάσεις διατήρησης των χαρακτηριστικών του στοιχείων ενώ ουσιαστικά παραμένει πολιτισμικά ανεκμετάλλευτο (μόνο την περίοδο του καλοκαιριού γίνονται για λίγες μέρες μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα μουσικές εκδηλώσεις).

ΜΠΟΥΡΤΖΙ: Κάστρο της Αναγέννησης

(Ο σύνδεσμος οδηγεί στο αρχικό και λεπτομερέστερο κείμενο)

Μπούρτζι, Ντιάνα Αντωνακάτου, από το βιβλίο "Ναύπλιον"

Αρχικά ονομαζόταν Αγ. Θεόδωροι, από μια εκκλησούλα αφιερωμένη από τον Θεόδωρο Άγγελο, άρχοντα πριν την Φραγκοκρατία. Αργότερα οι Έλληνες το ονόμασαν Καστέλι ενώ η σημερινή του ονομασία, Μπούρτζι, προέρχεται από την Τουρκοκρατία και σημαίνει νησί-φρούριο και ειδικότερ οχύρωμα μέσα στην θάλασσα.

Α΄ Ενετοκρατία (1389-1540): Πρώτη φορά το 1470 ο Προβλεπτής Pasqualigo φρόντισε να οχυρωθεί η βραχονησίδα του κόλπου και ανέθεσε τις εργασίες στον αρχιτέκτονα Antonio Gambello και μετά στον Brancaleone. Το φρούριο ακολουθεί το σχήμα του νησιού και ο φυσικός βράχος χρησιμεύει σαν υποδομή. Αποτελείται από έναν κεντρικό πύργο, σχήματος ακανόνιστου εξαγώνου, και δύο μπαταρίες (θέση πυροβόλων όπλων για την προστασία λιμένων) εκατέρωθέν του. Εσωτερικά χωριζόταν σε τρεις θολοσκεπείς ορόφους και η κατακόρυφη επικοινωνία γινόταν με κινητές σκάλες για λόγους ασφαλείας. Στο υπόγειό του υπήρχε κυκλική κιστέρνα (υπόγειο οικοδόμημα για αποταμίευση νερού).

B΄ Ενετοκρατία (1686-1715): Το 1686 ο Μοροζίνι ανακατέλαβε το κάστρο, αφού εξουδετέρωσε τους Τούρκους υπερασπιστές του. Οι Ενετοί ονόμαζαν την οχυρή νησίδα Castello dello Scoglio (Κάστρο του Βράχου) ενώ το λιμάνι Porto Cadena (Λιμάνι της Αλυσίδας), επειδή μια βαριά αλυσίδα, που ξεκινούσε από το Μπούρτζι κι έφτανε ως το λιμάνι, έκλεινε τη νύχτα τη θαλάσσια είσοδο στο Ναύπλιο.

Β΄ Τουρκοκρατία (1715-1822): Αυτή την περίοδο το νησάκι μετονομάζεται σε Μπούρτζι, και διατηρεί την ονομασία του μέχρι σήμερα. Ο Πουκεβίλ, που επισκέφτηκε την περιοχή, εκτιμούσε πως το Μπούρτζι δεν αποτελούσε ιδιαίτερο κίνδυνο για όσα καράβια θα τολμούσαν να το πλησιάσουν, αφού μόνο μια σειρά τηλεβόλων των πλοίων ήταν αρκετή για να ισοπεδώσουν τον πυργίσκο του

Νεότεροι χρόνοι (1822-     ): Το Μπούρτζι διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο κατά την πολιορκία του Ναυπλίου, αφού από εκεί οι Έλληνες χτυπούσαν με τα πυροβόλα το Παλαμήδι και την Ακροναυπλία. Εκεί κατέφυγε η Ελληνική Κυβέρνηση δύο φορές λόγω των γεγονότων το 1826. Το 1829-1830 το Μπούρτζι χρησιμοποιείται ως φυλακή ενώ το 1833 ορίζεται ως τόπος παραμονής των δημίων, που ήταν κατάδικοι βαρυποινίτες. Επειδή ο κόσμος του Ναυπλίου δεν τους ήθελε ανάμεσά του, τους εξόρισαν από την πόλη και διέθεσαν το Μπούρτζι σαν κατοικία τους. Οι δήμιοι πληρώνονταν κάθε μήνα 300 δραχμές ενώ για κάθε καρατόμηση 100 δραχμές επιπλέον.

Το 1936 ο Γερμανός αρχιτέκτονας Schaeffer σχεδιάζει τη μετατροπή του φρουρίου σε  ξενοδοχείο. Το 1941 ο βομβαρδισμός του Ναυπλίου με στούκας (πολεμικά αεροπλάνα) και οι εκρήξεις πλοίων στο λιμάνι προκάλεσαν μεγάλες ζημιές στο κάστρο. Το 1950 το Μπούρτζι επισκευάζεται και λειτουργεί ως ξενοδοχείο (σύμφωνα εν μέρει με την μελέτη του Γερμανού αρχιτέκτονα Schaeffer) φιλοξενώντας προσωπικότητες της εποχής. Το καλοκαίρι του 1992 λειτούργησε σαν συγκρότημα πολλαπλών χρήσεων με επισκευή του περιβόλου και κατασκευή εστιατορίου ενώ το καλοκαίρι οργανώθηκαν καλλιτεχνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Ναυπλίου. Σήμερα παρ΄ όλο που ο χώρος είναι επισκέψιμος, με βαρκάκια που ξεκινούν από το λιμάνι του Ναυπλίου, το Μπούρτζι καταρρέει χωρίς τη φροντίδα και τη συντήρηση που αξίζει από την πολιτεία.

You need flash player installed to preview ppt and pdf files

Get Adobe Flash player