Οικιστική ιστορία
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 
Δημαρχείο Κρανιδίου

Η κατοικία

Τα σπίτια του Κρανιδίου ήταν όλα πέτρινα. Από τα πρώτα οικιστικά «κύτταρα» της πόλης ήταν η περιοχή Σαραντάσπιτα, γύρω από την εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου. Πρόκειται για ένα από τα λίγα σημεία του Κρανιδίου «αθέατο» από την κοντινή ακτή, κάτι που για τον 13ο – 14ο αιώνα ήταν ευεργετικό, καθώς ελόχευε ο φόβος επιδρομών. Τα Σαραντάσπιτα μέχρι σήμερα διατηρούν θαυμάσια δείγματα της Κρανιδιώτικης αρχιτεκτονικής, η οποία παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τη γειτονική Ύδρα.

Η διαδικασία θεμελίωσης περιελάμβανε αγιασμό από τον ιερέα και το σφάξιμο ενός κόκκορα που έπρεπε να το κάνει ο αρχιμάστορας με το μυστρί του και να λερώσει με το αίμα του τις γύρω πέτρες. Στις τέσσερις γωνίες των θεμελίων έβαζαν σταυρωτά τις πέτρες. Έτσι ξεκινούσαν το χτίσιμο.

Εξωτερική μορφή

Τα σπίτια είναι πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Τα περισσότερα με δύο πατώματα, ενώ τα φημισμένα καπετανόσπιτα, που δεν είναι και λίγα, έχουν τρία. Όλα τα σπίτια διέθεταν αυλή με υψηλό μαντρότοιχο, ξυλόφουρνο και στέρνα. Παράθυρα υπήρχαν απαραίτητα στην πλευρά του κτιρίου που περνούσε ο δρόμος και όταν το σπίτι ήταν διόροφο ή τριόροφο είχε και ένα μικρό μπαλκονάκι. Τα παράθυρα αυτά μάλιστα, καθώς και η πόρτα του ισογείου και του μπαλκονιού στολίζονταν με αψιδωτές πέτρες (χρήσιμες για την εκτόνωση του βάρους πάνω από το σενάζι) που δεν σοβατίζονταν ή ήταν τα ίδια αψιδωτά. Η κύρια είσοδος του σπιτιού συνήθως ήταν από την αυλόπορτα στο πλάι του σπιτιού και κατεύθυνε τον επισκέπτη στον όροφο.

Το δικό μας σπίτι είναι μεγάλο. Είχε τρία δωμάτια επάνω ο όροφος. Κάτω είχε άλλα δύο κι ένα που είχαμε για βαρέλια για κιούπια, σαν κελάρι. Είχαμε όμως και κουζίνα ξεχωριστά. Είχε μια επέκταση το σπίτι μας, ήταν ταράτσα που τη λέμε ακόμα. Εκεί είχαμε τζάκι και περισσότερο ήμαστε εκεί. Για ύπνο πηγαίναμε στα άλλα. Τα δύο πάνω δωμάτια ήταν κρεβατοκάμαρες και το άλλο το σαλόνι. Το καλό μας. Το ανοίγαμε βέβαια σε γιορτές.

Τα κορίτσια κοιμόμαστε με τα κορίτσια. Όταν ερχόταν ο πατέρας που ήταν ναυτικός, κοιμόταν με τη μητέρα μου πάντα. Τα αγόρια με τ’ αγόρια. Όταν ήμασταν μικρά μας είχε η μητέρα μου μαζί.

Ύδρευση

Είχαμε μόνο στέρνες για νερό. Νερό έτσι βρύσες δεν υπήρχαν τότε. Το νερό από τη στέρνα έφτανε. Είχαμε δύο στέρνες. Μια μέσα στο σπίτι (κάτω βέβαια) και μια έξω που βάζαμε τα πρώτα τα νερά (αφού είχανε βέβαια πλυθεί οι αυλές). Όταν καθάριζε βάζαμε στην άλλη στέρνα κι από κει πλέναμε, μαγειρεύαμε.

Το νερό σε όλα τα σπίτια το φιλτράριζε ένα χέλι. Τό ΄βλεπες έτσι πεντακάθαρο. Το χέλι μεγάλωνε τόσο πολύ... Μια φορά κάτι χρειάστηκε να φτιάξουν στη στέρνα, είχε μια διαρροή και χρειάστηκε να το βγάλουνε και να το βάλουνε σε μια δεξαμενή. Κι είχε γίνει.... (δείχνει πάνω από 1 μέτρο). Τα ψάρευαν.

Λίγο έξω απ’ το Κρανίδι είναι μια περιοχή που λέγεται Γκιάλεζα. Γκιάλα ήτανε το χέλι (στα Αρβανίτικα). Επειδή εκεί, κοντά στη θάλασσα ήτανε σαν βάλτος κι έβαζε νερά, οι γκιάλες ανεβαίνανε προς τα ρέματα. Το πιάνανε εκεί και το ρίχνανε στις στέρνες. Έτρωγε τα σκουληκάκια στη στέρνα για να είναι το νερό καθαρό.

Το χέλι μας δεν το τρώγαμε κανονικά, το είχαμε ιερό, αφού μας καθάριζε το νερό που πίναμε. Τό’ βλεπες το νερό ήταν πεντακάθαρο.

Βρύση δημόσια δεν υπήρχε. Πολυ μετά. Όσοι δεν είχαν νερό, πήγαιναν σε πηγάδια και φέρνανε νερό. Ή τ’ αγόραζαν από κείνους που είχανε. Πολύ βάσανο. Είχαν τη Σκούρα, ένα πηγάδι πάνω στο Κρανίδι (στην Πάνω Πλατεία), υπάρχει ακόμα, θα το δεις. Ήταν ωραία γιατί είχε έτσι, λεύκες γύρω, είχε ένα πεζούλι πέτρινο και πέτρινα κάτω, ήταν έτσι γραφικό. Πήγαιναν εκεί με τα κουβαδάκια, τα σταμνάκια, τι να φέρεις για μια οικογένεια βέβαια...Η λάτρα δεν γινόταν δημόσια. Σπίτι.

Καθημερινότητα

Το χειμώνα θα ζέσταινε η μητέρα μου νερό στο τζάκι θά’βαζε μια λεκάνη και  θα μας έριχνε με το κυπελάκι για να πλυθούμε. Και μέσα, όταν έκανε κρύο. Το καλοκαίρι πλενόμαστε έξω, ειχαμε μια βρυσούλα, τις παλιές. Τσίγκινες, ρίχναμε από πάνω το νερό κι είχε μια κάνουλα και πλενόμαστε εκεί. Για μπάνιο τη σκάφη που πλένανε τα ρούχα.

Μετά μας έβαζε το πρωινό μας, γάλα από την κατσικούλα μας. Είχανε όλα τα σπίτια σχεδόν τότε. Μέσα στον κηπάκο. Το καλοκαίρι την είχαν εκεί. Το χειμώνα τη βάζαμε μέσα. Μία γίδα. Άλλοί είχαν περισσότερες. Και τις κοτούλες μας.

Μετά τρώγαμε κανένα αβγουλάκι. Εμείς πηγαίναμε σχολείο. Η μητέρα μου πήγαινε στα χωράφια και πέρναγε με όλες τις άλλες δουλειές. Πολλά παιδιά, οικογένεια, ζύμωμα. Μέχρι που μεγάλωσαν τα κορίτσια και βοηθούσανε.

Ακόμα είχαμε κότες, είχαμε και ζώα γιατί ειχαμε κτήματα: ημιόνο κι ένα γαϊδαράκο. Τα χρησιμοποιούσαμε για μετακινήσεις, τα φορτώναμε, αλλά και για όργωμα με υνί. Με το μουλάρι και με το άλογο. Αν κάποιος είχε ένα άλογο, μαζί με κάποιον άλλο σμίγανε και οργώνανε τα χωράφια τους. Και οι περισσότεροι είχανε ζώα, εκτός από αυτούς που έκαναν άλλο επάγγελμα, έμποροι ξέρω γω.

κατώι

Τα σπίτια είχανε ξεχωριστό μέρος το στάβλο. Κάθε σπίτι είχε τη στέρνα του, το στάβλο του, ο στάβλος είχε δυο γουρνίτσες για την τροφή τους. Όλη η γειτονιά εδώ είχανε ζώα. Άλλοι είχανε κατσίκες, κότες, κουνέλια, γουρούνια. Τα κουνέλια ήτανε χύμα κάτω και κάνανε λαγούμια και γεννάγανε μέσα. Για κήπο δεν είχαμε νερά.

Είχανε πνεύμα οικονομίας παντού. Και βέβαια είχαν τα στάρια, λάδια, ντομάτες φτιάχνανε πελτέδες που λέγανε, είχανε σταφίδες από τ’ αμπέλια, φτιάχνανε μουσταλευριές, το μέλι, όλα τα είχανε. Εμείς το ΄41 δεν καταλάβαμε πείνα. Απ’ το στάρι κρατούσαμε για το σπίτι, βγάζαμε ό,τι θέλαμε να πουλήσουμε και κρατάγαμε για σπορά για την άλλη χρονιά. Υπήρχαν οργανωμένα ελαιοτριβεία. Με τα ζώα, με μία και με δύο ρόδες, μετά ατομοκίνητα και μετά φέραν τις μηχανές.  Ήταν οργανωμένοι.

Υλικά κατασκευής

Στα σπίτια, σαν υλικό κατασκευής κυριαρχούσε η πέτρα. Μαστόροι με παράδοση στο χτίσιμο της πέτρας υπήρχαν σε όλη την περιοχή της Ερμιονίδας αλλά και των απέναντι νησιών.

Πέτρινοι ήταν όλοι οι όροφοι του σπιτιού. Μέσα-έξω οι τοίχοι ήταν σοβατισμένοι. Καμίνι με ασβέστη υπήρχε στη γειτονική περιοχή Λάκκες (περίπου 10 χλμ απόσταση). Τον σοβά συχνά τον ανακάτευαν με τρίχα γίδας για να είναι πιο στέρεος.

Η ξυλεία της περιοχής που προσφερόταν για γερές κατασκευές ήταν το βένι, ένα κωνοφόρο με ξύλο ιδιαίτερα ανθεκτικό στην υγρασία. Κορμοί από το δέντρο αυτό ήταν τα υποστηρικτικά δοκάρια της οροφής, ενώ τα λεπτότερα κλαδιά τα χρησιμοποιούσαν για να «γεμίσουν» τα κενά ανάμεσα στα σκεπόξυλα στις πιο «πρόχειρες» κατασκευές, όπως το μαγειριό. Συνήθιζαν να κόβουν την ξυλεία με γεμάτο φεγγάρι, διότι τότε τα ξύλα θα ήταν πιο ανθεκτικά.

Οι σκεπές επενδύονταν με κεραμύδια που κατασκευάζονταν και αυτά στο Κρανίδι σε καμίνια (μερικά από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα) και κολλούσαν στη σκεπή με λάσπη.

Κατασκευή των εκκλησιών

Οι μεγάλες εκκλησίες του Κρανιδίου είναι χτισμένες στην περίοδο της τουρκοκρατίας γύρω στα 1710-1720 με άδεια από το Σουλτάνο έπειτα από μεσολάβηση ενός ναυάρχου με καταγωγή από το Κρανίδι. Οι μηχανικοί που ανέλαβαν ήταν Ουκρανοί, καθώς οι Κρανιδιώτες ναυτικοί είχαν επαφές με την Οδησσό όπου εξήγαγαν λάδι.

Από επισκευές που χρειάστηκε να γίνουν πρόσφατα διαπιστώθηκε ότι η Εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου είναι χτισμένη σε σχάρα από ξύλα για λόγους αντισεισμικότητας. Ο νάρθηκας που διαθέτει η εκκλησία δικαιολογείται από πολλούς ότι φτιάχθηκε για να μην μπαίνουν μέσα οι Τούρκοι με τα άλογα.

Το μαρμάρινο τέμπλο της εκκλησίας αυτής είναι ολόκληρο χειροποίητο και ήρθε στο Κρανίδι με παραγγελία. Ήρθε σε κομμάτια από την Οδησσό με πλοίο στο επίνειο της Κοιλάδας και μετά με κάρα σε κομμάτια. 

Πάλι σε εργασίες επισκευών διαπιστώθηκε ότι οι πεσσοί που στηρίζουν την εκκλησία έχουν σίδερα σε κάθε πιθαμή, ενώ στη μέση έχουν μολύβι. Το συνδετικό δομικό υλικό επίσης δεν είναι χώμα, αλλά κεραμίδι τριμμένο με ασβέστη και άμμο που είναι κατά πολύ ισχυρότερο.

Η χρηματοδότηση των εκκλησιών γινόταν από τους ναυτικούς. Μόλις πληρώνονταν, έστελναν το πρώτο «φέσι» με λίρες για την εκκλησία κι έπειτα πλήρωναν τα πληρώματα.

Ντύσιμο

Οι γιαγιάδες μας τσεμπέρι φορούσανε. Είχε η μάνα μου. Πιέτα τη λέγανε και στις γιορτές τα Χριστούγεννα φορούσε αυτή και μπροστά (στο στήθος) είχε ολόγραφη καρφίτσα χρυσή το όνομά της Σπυριδούλα. Κάθε μια είχε το όνομά της. Η πιέτα ήταν κίτρινη με δαντέλα, πολύ ακριβή, τη φορούσαν στο γάμο. Την έδωσε μετά στον παπά και την έκανε πετραχείλι. Όταν γέρασε πια. Καθημερινή που πήγαινε κάπου, ή σε κηδεία φορούσε ένα απλό άσπρο τσεμπέρι, που μόνο το πρόσωπο φαινόταν και φακιόλι, ένα σαν μαντήλι από μέσα που το δέναν και το φέρναν βόλτες. Βάζαν δαντελίτσα, μπιρμπιλίτσα κάτι και τα στολίζανε. Τα μαλλιά τα πλέκανε κοτσίδα. Δεν είχανε κομμώτριες τότε.Από μέσα φορούσανε χειμώνα καλοκαίρι μάλλινη πλεκτή φανέλα, από τα πρόβατα παίρναν το μαλλί, το γνέθανε, κάνανε τουλούπες πρώτα, μετά με τη ρόκα το γνέθανε, το στρίβανε.

ΜΑΛΛΙΝΗ ΠΛΕΚΤΗ ΦΑΝΕΛΑ

Και δεν τους τσίμπαγε, ήταν θέμα συνηθείας. Καλοκαίρι ακόμα, ζέστη δεν καταλαβαίνανε. Ο πατέρας μου φορούσε μόνο το χειμώνα. Το καλοκαίρι φορούσε βαμβακερή. Κάποια ρούχα τα ράβανε. Υπήρχανε κεντίστρες. Όσες ξέρανε τα κάνανε μόνες τους, οι άλλες πηγαίναν σε κεντίστρες. Η οικοκυρική σχολή φτιάχτηκε αργότερα. Κάποιες υφαίνανε και στον αργαλειό. Κουρελούδες, χράμια, κιλίμια, ουγιωτά. Το ουγιωτό είναι με πολύ ψιλή κλωστή. Και κάθε δύο δάχτυλα έχει μια στριμμένη κλωστή και κάνει ριγέ κι όταν θέλεις το κάνεις καρώ. Αλλά είναι πολύ λεπτή κλωστή. Υφαίνανε και σοκόφικα με τέσσερα ποδαρικά. Χράμια.

ΣΟΚΟΦΙΚΟ

Παλιά είχανε τη ζακέτα ή το φόρεμα το φαρδύ. Είχε η μητέρα μου κάτι μισοφόρια με χασέ, σαν το κομπινεζόν που λέμε. Και κάτω κάτω είχε ένα φράμπαλο σουρωτό και η μητέρα μου το είχε κάνει κοφτό. Το έχω κάνει τώρα της καμινάδας... Το νυφικό της στην κατοχή το χάλασα. Είχε φούστα μπεζ, είχε τη ζακέτα, εδώ είχε δυο κορδέλες με κρόσια από κάτω και δυο στρογγυλά σαν λουλούδια, το ίδιο ύφασμα σουρωτό. Και φορούσε την πιέτα. Κάτω έδενε με μια καρφίτσα με το όνομα Σταματίνα, αριστερά και δεξιά είχε δυο καρφίτσες-αστεράκια. Η πιέτα ήτανε κεντητή. Τη φοράγανε στις γιορτές που πηγαίναν εκκλησία. Ήταν μπεζ.

Υπήρχαν εμπορικά που έφερναν υφάσματα. Τη μόδα την παρακολουθούσανε. Να σου πω, πάντα το Κρανίδι ήτανε πιο μπροστά από τα γύρω χωριά

ΠΙΕΤΑ