Μακεδονικός Αγώνας
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 

Παύλος Μελάς

Ένα όνομα σύμβολο της ιστορίας της Καστοριάς

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στη Μασσαλία της Γαλλίας το έτος 1870. Ήταν γόνος ελληνικής πατριαρχικής οικογένειας, καταγόμενης από την Ήπειρο. Ο πατέρας του Μιχαήλ υπήρξε Δήμαρχος Αθηναίων, κατά τα έτη 1891-1894. Ο Παύλος Μελάς είχε γαλουχηθεί από τους γονείς του με τα νάματα των Ελληνοχριστιανικών ιδεωδών. Από την παιδική του ηλικία φλεγόταν από άκρατο πατριωτισμό και ήθελε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη δεινοπαθούσα υπόδουλη Μακεδονία. Για να πραγματώσει αυτή την πατριωτική επιθυμία του, επιδίωξε να γίνει Αξιωματικός του Ελληνικού στρατού. Πράγματι, το 1886 εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων κι εξήλθε από αυτή το 1891 με το βαθμό Ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού. Ένα χρόνο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1892, ο Παύλος παντρεύτηκε τη Ναταλία, κόρη του θερμού πατριώτη από το Βογατσικό της Καστοριάς και μετέπειτα πρωθυπουργού Στεφάνου Δραγούμη. Την οικογενειακή ευτυχία συμπλήρωσαν σύντομα τα δύο χαριτωμένα παιδάκια τους, ο Μιχαήλ (Μίκης) και η Ζωή (Ζέζα).
Στις 14 Αυγούστου 1904, το Μακεδονικό Κομιτάτο ανακοίνωσε στον Παύλο Μελά, ότι τον είχε επιλέξει και επίσημα ως τον Γενικό Αρχηγό των Σωμάτων Μοναστηρίου και Καστοριάς. Κατόπιν τούτου, ο Παύλος αναχώρησε την 18 η Αυγούστου χαρούμενος από την Αθήνα και έφθασε στη Λάρισα, όπου συγκρότησε αντάρτικο σώμα 34 παλικαριών. Αμέσως μετά διέβη με τους άντρες του τα σύνορα και όλοι μαζί βάδισαν προς τα Κορέστεια.
Ο Παύλος Μελάς  θέλησε να συναντηθεί με τον οπλαρχηγό Κύρου και τον Ευθύμιο Καούδη, έξω από τη Στάτιστα Καστοριάς. Ήταν Τρίτη 12 Οκτωβρίου του 1904. Στα Κορέστεια έβρεχε ακατάπαυστα. Ο Παύλος πρότεινε στους άντρες του να διανυκτερεύσουν στη Στάτιστα. Ο ίδιος με έξι παλικάρια κατέλυσε  στο τελευταίο σπίτι του χωριού. Το απόγευμα της επόμενης μέρας, 13 Οκτωβρίου 1904, ένα τούρκικο απόσπασμα, ειδοποιημένο από το Κομιτατζή Μήτρο-Βλάχο, περικύκλωσε το χωριό και άρχισε το τουφεκίδι. Η μάχη κράτησε δύο ώρες. Γύρω στις 7:30 το βράδυ ο Καπετάνιος κατέβηκε από μια εσωτερική σκάλα στην αυλή για να κατοπτεύσει. Τότε ακούστηκε ένας πυροβολισμός και μια σφαίρα χτύπησε θανάσιμα τον Παύλο στη μέση. Σε λίγη ώρα ο θρυλικός Μίκης Ζέζας παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό και πέρασε για πάντα στην αιωνιότητα και στις καρδιές των Ελλήνων.
Ο αναπάντεχος χαμός του Καπετάνιου πανικόβαλε τους άνδρες του και τους διασκόρπισε στα γύρω βουνά. Το νεκρό σώμα του το έθαψαν πρόχειρα οι γυναίκες του χωριού σε ένα παρακείμενο ρέμα. Τέσσερις ημέρες αργότερα, ένα από τα παλικάρια του, ο Ντίνας, προσπάθησε, με εντολή του Δεσπότη Καστοριάς, Γερμανού Καραβαγγέλη, να μεταφέρει κρυφά το σεπτό λείψανό του και να το ενταφιάσει σε άλλο ασφαλέστερο μέρος. Δεν το κατόρθωσε όμως, λόγω της εκεί προσέγγισης Τούρκων στρατιωτών, και για αυτό πήρε μόνο την κεφαλή του, που μετέφερε και έθαψε στην Αγία Παρασκευή Πισοδερίου.
Μερικές ημέρες αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου 1904, οι Τούρκοι εντόπισαν το ακέφαλο πτώμα του Παύλου Μελά και το μετέφεραν στην Καστοριά. Όταν το έμαθε αυτό ο Δεσπότης Γερμανός Καραβαγγέλης, ξεσήκωσε τα πλήθη, ζήτησε και πέτυχε να του παραδοθεί το σεπτό λείψανο, το οποίο και έθαψε τελικά, με όλα τα νόμιμα της Ορθοδοξίας, στον περίβολο του βυζαντινού ναού των Ταξιαρχών Μητροπόλεως. Μέσα στον ίδιο ναό εναποτέθηκαν το 1950 τα τίμια οστά του ήρωα Καπετάνιου, όπου και βρίσκονται μέχρι σήμερα, μαζί με τα οστά της πιστής συζύγου του Ναταλίας, που μεταφέρθηκαν εκεί το 1975. 

                                  ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΟΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ Ο   ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ




Η συμβολή των γυναικών στον Μακεδονικό Αγώνα

Ο Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε μία από τις πιο ένδοξες σελίδες της νεοελληνικής ιστορίας, γραμμένη με μαρτύρων αίμα, ηρωισμούς και ολοκαυτώματα. Πρωταγωνιστές του αναδείχθηκαν οι Πανέλληνες, με πρωτοπόρο το γηγενή πληθυσμό της Μακεδονίας, όλων των ηλικιών, των κοινωνικών τάξεων και φύλων, που για περισσότερα από τριάντα χρόνια μόνος και αβοήθητος, αγωνίστηκε να διαφυλάξει την ελληνικότητα του από κάθε εχθρική προπαγάνδα και απειλή .

Τότε ήταν που οι Μακεδόνισσες έδειξαν όλο το μεγαλείο της προσφοράς τους στη δοκιμαζόμενη πατρίδα και έκαναν τον ψυχισμό τους κυματοθραύστη στα ανθελληνικά σχέδια των Βουλγάρων. Απλές γυναίκες του λαού, από δροσερές κοπέλες μέχρι σκεβρωμένες γερόντισσες, αγρότισσες και αστές, στύλωναν με θάρρος και φλόγιζαν τις καρδιές των παλικαριών, ανάβοντάς τους άγιες πυρκαγιές με το δαυλό της δικής τους ψυχής. Τους τροφοδοτούσαν με ψωμί αλλά και με βόλια, έδεναν τις πληγές τους, έκαναν το σύνδεσμο, τον πληροφοριοδότη, τον αγγελιοφόρο, τις μυροφόρες στα νεκρά παλικάρια και γενικά ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να βοηθήσουν στον αγώνα και δε δίσταζαν ακόμα και να αδράχνουν και οι ίδιες τα όπλα, όμοιες Αμαζόνες της εποχής τους, πρόθυμες να ποτίσουν με το αίμα τους το δένδρο της λευτεριάς.

Η Περιστέρα Κράκα γνωστή ως και Καπετάν Σπανοβαγγέλης

 
Όταν το 1878 οι Ρώσοι νίκησαν τους Τούρκους και τους επέβαλαν τη Συνθήκη του Αγίου Στέφανου, η οποία θα δημιουργούσε την υδροκέφαλη Βουλγαρία που θα κατέτρωγε σχεδόν ολόκληρη τη Μακεδονία, η ελληνική αντίδραση υπήρξε άμεση και σφοδρή. Βέβαια σε όλο αυτό οι γυναίκες δεν έμειναν αμέτοχες.

Στη Σιάτιστα έχουμε την Περιστέρα Κράκα η οποία γ εννήθηκε στη Σιάτιστα γύρω στα 1855 με 1860 και από μικρή έτρεφε λατρεία και θαυμασμό προς τον αδερφό της, τον όποιο βοηθούσε στις αγροτικές δουλειές κι έτσι καλλιεργούσε περισσότερο τη σωματική της αντοχή.  Όταν κηρύχτηκε η επανάσταση του Βουρίνου κι ο Γούλας βγήκε στο αντάρτικο, η καρδιά της σκίρτησε     και   τον   παρακάλεσε να την πάρει μαζί του,   μα   εκείνος   είχε διαφορετική γνώμη. 
  Ήθελε την αδερφή του αφοσιωμένη στα γυναικεία έργα του αργαλειού και της ρόκας και καλή νοικοκυρά, αφήνοντας τον πόλεμο για τούς άντρες. Όμως στα δεκαοχτώ της χρόνια, επειδή τα αδέρφια της, οπλαρχηγοί στην επανάσταση του Μπουρίνου, αρνήθηκαν να την παραλάβουν μαζί τους, σχημάτισε από μόνη της ανταρτικό σώμα σαράντα ανδρών και για έξι μήνες έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων ως Καπετάν Σπανοβαγγέλης . Μια μέρα όμως όταν άκουσε πως οι καπετάνιοι μετάνιωσαν που δεν την κράτησαν μαζί τους και την έστειλαν πίσω στη Σιάτιστα και την αφάνισαν οι Τούρκοι, τότε η ίδια φανερώθηκε, αγκαλιάστηκαν, έκλαψαν και αποφάσισαν να ενώσουν τα παλικάρια τους και να την κάνουν καπετάνιο, όχι σαν Σπανοβαγγέλη - που διέδωσαν πως σκοτώθηκε - αλλά σαν καπετάν Περιστέρα. Τέλος- τέλος   η Περιστέρα  παντρεύτηκε   το πρωτοπαλίκαρό της Περδίκη κι έμειναν στο Καζακλάρι. Έκαναν δύο θυγατέρες την Αννέτα και την Ελένη και έναν υιό τον Χαριλάκη.

Την ίδια εποχή με την Περιστέρα Κράκα έχουμε στη Γαλατινή, την Αλεξάνδρα Νταβέλη, η οποία συστρατεύτηκε με τον αδερφό της Γιώργη Νταβέλη, χωρίς να κρύβει ότι είναι γυναίκα. Κάθε φορά πριν βγει στη μάχη, έσφαζε αρνί, έβαφε κατακόκκινη τη φουστανέλα της και έτρεπε σε φυγή τους Τούρκους, οι οποίοι την εξελάμβαναν ως Ξωτικό.

Η Τρίτη Μακεδόνισσα Αμαζόνα στον ξεσηκωμό του 1878 υπήρξε η Τζιογκρούλα από το Βουρβοτσικό, σημερινό Επταχώρι. Η παράδοση αναφέρει πως με τον οργανοπαίχτη Τρομάρα και σαράντα παλικάρια ορκίστηκαν στο ευαγγέλιο της Αγίας Παρασκευής και έγιναν αδελφοποιτοί στον κίνδυνο, τον πόλεμο, τη ζωή κι ως τη λευτεριά ή το θάνατο.

Στις 20 Ιουλίου του 1903, στη Βόρεια Μακεδονία οι Βούλγαροι κήρυξαν την επανάσταση Ίλιντεν. Περί τα μέσα Αυγούστου, έφτασε στην Καστοριά με άδεια του Χιλμή Πασά, ο Βούλγαρος Μητροπολίτης Μοναστηρίου. Μα οι Καστοριανοί τον δέχτηκαν εχθρικά. Έκλεισαν τα μαγαζιά τους και έκαναν συλλαλητήρια ζητώντας από τον Καϊμακάμη να διατάξει την αποχώρησή του. Την επαύριο πάνω από χίλιες Καστοριανές Αρχόντισσες, αγριεμένες, κραδαίνοντας ρόχες και αδράχτια, αφού πετροβόλησαν το κατάλυμά του, συνεπλάκησαν με τη στρατιωτική φρουρά και πολιόρκησαν το Διοικητήριο. Μάταια οι στρατιώτες προσπάθησαν να τις διαλύσουν, πληγώνοντας αρκετές από αυτές με τις λόγχες τους. Εκείνες έμειναν αταλάντευτες, κραυγάζοντας συνθήματα κατά των Βουλγάρων, μέχρι που οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να φυγαδεύσουν τον ανεπιθύμητο ξένο.

Οργανώτριες και θερμουργοί στα γεγονότα εκείνα στάθηκαν η Μαρία Μαντοπούλου, το γένος Παπαμαντζιάρη, σύζυγος του δασκάλου στο Μαυροχώρι, θερμού πατριώτη και μετέπειτα εθνομάρτυρα Διαμαντή Μαντοπούλου   της οποίας ο πατριωτισμός, ο ενθουσιασμός και το θάρρος έμειναν παροιμιώδη. Είχε μετατρέψει το σπίτι της σε άτυπο προξενείο, αφού το είχε κάνει τόπο συνάντησης των καπεταναίων του Αγώνα, τους οποίους φρόντιζε σαν μάνα. Και αργότερα, όταν μετά το θάνατο του άντρα της βρέθηκε στο Παρίσι, ζώντας με τα παιδιά της, αφιέρωσε τη ζωή της στην οργάνωση και λειτουργία των ελληνικών σχολείων, κερδίζοντας την προσωνυμία «Μάνα των σχολείων», μια προσωνυμία που τόσο της ταίριαζε και τόσο της άξιζε και της αξίζει. Άλλη γυναίκα στον αγώνα αυτό ήταν η Χαρίκλεια Μπατρίνου   σύζυγος του γιατρού και Δημάρχου της πόλης Μενέλαου Μπατρίνου, που είχε μετατρέψει το σπίτι τους σε μυστικό κέντρο του Αγώνα, όργωνε την ύπαιθρο με την άμαξα του ανδρός της με διάφορα προσχήματα κι είχε γίνει σύνδεσμος, σιτιστής και νοσοκόμος των πληγωμένων ανταρτών, που την ονόμαζαν συνθηματικά «η μυστηριώδης γυνή» Αλλά ήταν και πολλές άλλες όπως η Βουγατσιώτη Χριστίνα η οποία διενεργούσε εράνους, τροφοδοτούσε τα παλικάρια και συγκέντρωνε πληροφορίες, η Καλατζή Μαριγώ, η Τουτουντζή Αμαλία, η Κρεμενιώτη Μαρία, η Παναγιώταινα του Ζησιάδη, η Καζαντζή, η Καραβιδά, καθώς και οι γυναίκες των, Ιωάννη Παπακωνσταντίνου, Ιωάννη Κωτσίδη, Βασιλείου Μαυρουδή, Δούκα Σαχίνη και Ναούμ Τσακάλη, που αποτελούσαν την επιτροπή Αγώνος Καστοριάς.

Το 1904 όταν άρχισε και επίσημα ο ένοπλος Μακεδονικός Αγώνας, πάλι οι Μακεδόνισσες έδωσαν συγκλονιστικό το παρών στο εθνικό προσκλητήριο. Μάλιστα όταν ο Παύλος Μελάς περιδιάβαινε τα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, για να εμψυχώσει τους τρομοκρατημένους χωρικούς από τις σφαγές των Βουλγάρων, κατά την επανάσταση Ίλιντεν της 20ης Ιουλίου του 1903, άκουγε από παντού αυτή την έκκληση : Δώσε τουφέκια και στις γυναίκες μας! Δώσε και εις αυτές τουφέκια!

Στο βιβλίο-ντοκουμέντο της Ναταλίας Μελά «Παύλος Μελάς», όπου βρίσκεται η αλληλογραφία με το σύζυγο της, αντικαθρεφτίζονται όλα τα βάσανα των γυναικών της Μακεδονίας από τους Βουλγάρους, αλλά και η πολύτιμη συμβολή τους στον Αγώνα.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόση ήταν η παλληκαριά των γυναικών, ώστε είχαν αψηφήσει και δεν υπολόγισαν καν τον τούρκικο στρατό που είχε καταφθάσει εφ’ όπλου λόγχη  στην οποία φυσικά υπήρξαν Καστοριανές που ξεχώρισαν, όπως η θρυλική Ζήσαινα, η Ευτέρπη Ουζούνη από τον Απόσκεπο, που, έχοντας χάσει τον άντρα της Ζήση, τον οποίο σκότωσαν οι Βούλγαροι, αλλά προπαντός έχοντας δει με τα ίδια της τα μάτια να κομματιάζουν το γιο της οι κομιτατζήδες, που και την ίδια χτύπησαν, αλλά παράτησαν, νομίζοντάς την για νεκρή, ρίχτηκε στον αγώνα, χωρίς να ξέρει πως οι μελετητές του Αγώνα αργότερα με την Μπουμπουλίνα θα την παρομοίαζαν και θα τη συνέδεαν, τιμώντας μαζί της και ολόκληρη την Καστοριά.

Η Βασιλική Νταλίπη από το Γαύρο, που ορκίστηκε με τον άντρα της Δημήτρη στο εικόνισμα της Παναγιάς να αναλωθούν για τη λευτεριά της Μακεδονίας και όταν εκείνον τον δολοφόνησαν με δόλο οι Βούλγαροι, τον Νοέμβριο του 1906, αυτή συνέχισε μόνη της τον Αγώνα.

Οι αδερφές του θερμουργού του Μακεδονικού Αγώνος, Ιεράρχη Καστοριάς, Γερμανού Καραβαγγέλη οι οποίες είναι, η Δέσποινα Άψη, η Αφροδίτη, μετέπειτα σύζυγος Επαμεινώνδα Χαρισιάδη, η Κλεονίκη Ρόμπαπα, η Ευριδίκη Χατζηαποστόλου και η Πηνελόπη Στυλιανοπούλου ,  που φρόντιζαν τα φιλοξενούμενα στη Μητρόπολη γυναικόπαιδα, πρωτοστατούσαν στα συσσίτια, στήριζαν τις χήρες και τα ορφανά, φρόντιζαν τους τραυματίες, μετέφεραν μηνύματα ως τα πιο απόμακρα χωριά και δε δίσταζαν να οπλοφορούν κατά τις μετακινήσεις τους, ενθουσιάζοντας τους χωρικούς.

Αλλά και η προσφορά των γυναικών ως Μυροφόρων αξίζει να επισημανθεί. Όταν την τραγική εκείνη νύχτα της 13ης προς 14ης Οκτωβρίου του 1904 στη Στάτιστα Καστοριάς το βόλι  έριχνε νεκρό τον Παύλο Μελά στο σπίτι του Τραϊανού Καντζάκη, για να τον περάσει ήρωα στην αιωνιότητα, η καρδιά του Ελληνισμού ράγισε. Η λαϊκή Μούσα θρήνησε: Μην κλαίς Παύλε. Μπορεί να σε άφησε η συντροφιά σου όλη. Όμως στο ψυχορράγημα σου στάθηκαν Μάνες κι αδελφές Μακεδόνισσες Μυροφόρες, η Χριστίνα Καντζάκη, η Λωζάννα Τσακάλου, η Ιωάννα Βαρελά και η Ευτέρπη Κανέλλου, για να σου σφαλίσουν τα μάτια, να σε ευπρεπίσουν, να τελέσουν όλα τα νεκρικά καθήκοντα, για να μην περάσεις άφκιαστος κι αστόλιστος στην αθανασία και τη θέωσή σου.

Μεγαλειώδης στάθηκε και η συμβολή των γυναικών οργανωμένων σε Σωματεία. Αμέσως μετά το σχίσμα της Βουλγαρικής Εξαρχίας κατά το έτος 1870, ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’ άρχισε σε πόλεις και χωριά της Μακεδονίας να ιδρύει Φιλοπτώχους Αδελφότητες Κυριών, οι οποίες με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας επιτέλεσαν μέγα εθνικό έργο. Συγκέντρωναν τρόφιμα, ρουχισμό και υγειονομικό υλικό και τα προωθούσαν στους Μακεδονομάχους, τους νοσήλευαν, φρόντιζαν τις οικογένειες και τα ορφανά τους.

H «Φιλόπτωχος Αδελφότης των Ελληνίδων Κυριών Καστοριάς», που ιδρύθηκε το 1907, υπήρξε άνθος φιλοπατρίας ευγενικό των χρόνων εκείνων. Πρώτη της πρόεδρος ήταν η Ελένη Παπάζογλου ή Χατζηχρήσταινα και σύμβουλοι οι Ελένη Παπακώστα, Χαρίκλεια Μπατρίνου, Αθηνά Σαχίνη, Αναστασία Πουλιοπούλου, Μαλαματή Αλεξιάδου, Ανδρομάχη Αϊβάζη, Μαριγώ Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χαρισιάδου. Γύρω τους συσπειρώθηκαν έπειτα αρχόντισσες και φτωχούλες, που εργάστηκαν φιλανθρωπικά και εθνικά σαν πραγματικές ακρίταινες και με την καθοδήγηση του Γερμανού Καραβαγγέλη δημιούργησαν συσσίτια, διεξήγαγαν εράνους, ανακούφισαν φτωχούς, παρηγόρησαν πονεμένους και ενθάρρυναν αποθαρρυμένους.

Παρόμοια η δράση και της Φιλοπτώχου Αδελφότητας του Άργους Ορεστικού «Η Θεοτόκος» Και οι δυο αυτές αδελφότητες, αλλά και όλα τα γυναικεία σωματεία δεν ήταν και δεν είναι τίποτα άλλο παρά δυνατές κι αδιάψευστες αποδείξεις της δεδομένης και υπέροχα εκφρασμένης ανάγκης της γυναίκας για κοινωνική προσφορά, καθώς αυτή θεωρεί οικογένειά της όχι μονάχα αυτήν που περιορίζεται μες στους τοίχους του σπιτιού της, αλλά όλους τους συνανθρώπους της που βρίσκονται σε ανάγκη.

Όμως οι πιο συγκλονιστικές γυναικείες παρουσίες στο Μακεδονικό Αγώνα υπήρξαν οι νεαρές δασκάλες, τα τρυφερά και ευαίσθητα πλάσματα των δεκαοχτώ με είκοσι χρονών, τα οποία η αγάπη για την πατρίδα τα μεταμόρφωσε σε αδάμαστες εργάτριες της εθνικής ιδέας, άξιες να διαφυλάξουν τον Ελληνισμό, αμόλυντο από κάθε βουλγαρική προπαγάνδα και απειλή.

Ζαππίδες, Αρσακειάδες ή απόφοιτες του Ανώτερου Παρθεναγωγείου Θεσσαλονίκης, με ένα περίστροφο κρυμμένο στο στήθος τους, δοσμένο από το Προξενείο για αυτοάμυνα, έφταναν όπου κινδύνευαν οι ελληνικοί πληθυσμοί.

Στην Καστοριά έχουμε την Σουλτάνα Κανδηλάρη και την Μαρία Καραλιβαδά οι οποίες θυσίασαν τα νιάτα, τη ζωή και τα όνειρά τους στο βωμό του χρέους για την ανάσταση της Μακεδονίας.

Το ζωντανό παράδειγμα όλων αυτών των κατηγοριών των γυναικών του Μακεδονικού Αγώνα, Ηρωίδων, Καπετανισσών, Μυροφόρων, Κοινωνικών Εργατριών, Διδασκαλισσών και Μαρτύρων, μετάγγισε υπέρτατες αξίες στις ψυχές των γυναικών της Μακεδονίας, Τους ενεφύσησε ήθος και πατριωτισμό.

Το υπέρτατο παράδειγμα φιλοπατρίας των Γυναικών του Μακεδονικού Αγώνα θα σηματοδοτεί για πάντα ακατάλυτες αξίες στις ψυχές των επερχόμενων γυναικών της Μακεδονίας, στις ψυχές όλων των Ελληνίδων, θα τις θέτει - κάθε φορά που οι ιστορικές συγκυρίες το επιβάλλουν- αντιμέτωπες προς το προσωπικό τους εθνικό χρέος και ίσως αυτή είναι η μεγαλύτερη διαχρονική προσφορά τους προς την πατρίδα και το Έθνος μας ολόκληρο.