Μοιρολόγια της Ηπείρου
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 

Το μοιρολόι, τραγούδι της μοίρας παραδοχή του πεπρωμένου και του αναπόφευκτου θανάτου δίπλα στο σώμα του νεκρού, παρέμεινε προνόμιο των γυναικών, όπως και τότε…

Αναπόσπαστο κομμάτι της όλης μεταθανάτιας, ιεροτελεστίας-διαδικασίας, αποτελούν και τα μοιρολόγια, που είναι τραγούδια της Ελληνικής λαϊκής μουσικής παράδοσης, αναφέρονται και ως μοιρολόια, έχουν πένθιμο περιεχόμενο και τραγουδιούνται σε περίπτωση πένθους, κυρίως από γυναίκες συγγενείς ή συγχωριανές του νεκρού, καθώς επίσης από γυναίκες μοιρολογίστρες που είναι εξειδικευμένες σ’ αυτό το είδος του τραγουδιού.

Μυρολόι = θρήνος. Μυρολογώ = θρηνώ

Με το μυρολόι εννοούμε το θρήνο, τα θρηνητικά τραγούδια.Με αυτά αναφερόμαστε  στο θάνατο είτε στην αγάπη είτε στα βάσανα της ζωής.Με καταβολές πολύ παλιές και με τις πρώτες αναφορές στον Ομηρο. Κάθε περιοχή σχεδόν της ελλάδας έχει και τη δική του παράδοση στα αντίστοιχα τραγούδια.Από τους μικρασιάτικους αμανέδες, τα ποντιακά μυρολόγια, τα ηπειρώτικα, τα κρητικά - ριζίτικα, τα μανιάτικα ...Τα πιο εντυπωσιακά ίσως και πιο γνωστά, τα ηπειρώτικα και τα μανιάτικα, έχουν να κάνουν με τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά και τα κοινωνικά στοιχεία των κατοίκων των περιοχών αυτών.

Η Ηπειρος και η Μάνη, είναι περιοχές πολύ φτωχές, ορεινές, με συνθήκες ζωής πολύ δύσκολες.Όμως και κάτοικοί τους κρατάνε τις παραδόσεις πεισματικά.Ετσι, τα περισσότερα μυρολόγια στις περιοχές αυτές αναφέρονται στην ξενητιά και στο θάνατο, κυρίως κάποιου νέου ή νέας, συνεπώς «άδικο» χαμό. Μοιρολόγια εκφέρονται πάντα από γυναίκες. Ήδη, από τη βυζαντινή εποχή, οι γυναίκες κάθονταν γύρω από τον νεκρό και έλεγαν τα θρηνητικά τραγούδια (εξόδια, καταλόγια, ανακλήματα), ενώ συγχρόνως εκδήλωναν την οδύνη τους με τράβηγμα των μαλλιών, χτυπήματα στο στήθος, γρατζουνίσματα κ.α. Το τελετουργικό αυτό, παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτο μέχρι σήμερα και μαζί με την ολονυχτία αποτελούσε  το κύριο στοιχείο του τελευταίου  αποχαιρετισμού, του ξοδιάσματος του νεκρού. Η παρουσία της μοιρολογίστρας , η οποία αμειβόταν για να παραβρεθεί στο ξόδι του νεκρού, επιβλήθηκε στο μέτρο που το νεκρικό τελετουργικό εξελισσόταν σε μια λίγο η πολύ θεσμοποιημένη κοινωνική διαδικασία.

Στίχοι από μοιρολόι

Μες στο κοιμητήρι, αχ, πικρή βροχή,
κάνε να μη σβήσει τούτο το κερί.
Κι ούτε ένα λουλούδι να μη μαραθεί,
δεν τον σκοτώσαν, έχει κοιμηθεί.

Κι εσύ, αγέρα, πάψε πια να κλαις,
δεν έχει φύγει, ψέματα μου λες.
Μην κοιτάς το στήθος που ’χει ματωθεί,
δεν τον σκοτώσαν, έχει κοιμηθεί.

Ζεστό σαν το ψωμί, καθάριο σαν νερό,
ένα παλληκάρι είκοσι χρονώ.
Ούτε που τ’ αφήσαν ν’ απολογηθεί,
δεν τον σκοτώσαν, έχει κοιμηθεί.

Μαύρο κοιμητήρι, πώς και να γενείς
κάμπος της ελπίδας και της προσμονής;
Ο αρχάγγελός μου έχει πια χαθεί,
μου τον σκοτώσαν, δε θα ξαναρθεί.