Η σαμιώτικη φορεσιά
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 

Η περιγραφή που κάνουμε αφορά την παλιά σαμιώτικη ενδυμασία.

ΣΑΜΙΩΤΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ

 Η πορεία της σαμιώτικης γυναικείας  φορεσιάς ανά τους αιώνες, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας:

  • Ο ασλαμάς είναι ο αρχαϊκός ιωνικός χιτώνας.
  • Το καβάδι είναι το καφτάνι των βυζαντινών, που υιοθετήθηκε από το Ισλάμ.
  • Ο κεφαλόδεσμος, με τις ποικιλίες του στερεώματος του, παραπέμπει στον κεκρύφαλο και το κρήδεμνο της Ήρας.

Η Σαμιώτισσα κάλυπτε πάντα το κεφάλι της μ’ έναν κεφαλόδεσμο-τσεμπέρι, δεμένο πάντα στο πλάι, στο αριστερό αυτί.

Την παραδοσιακή φορεσιά και στα στολίδια των γυναικών της Σάμου περιγράφει ο Επ . Σταματιάδης.

"Ο ιματισμός των γυναικών, τα περασμένα χρόνια, ήταν πολύ πλούσιος και δαπανηρός. Σκέπαζαν, δηλαδή, το κεφάλι τους με μαχραμά, που ήταν μια καλύπτρα άσπρη σαν το χιόνι, πλουμισμένη στις άκρες με χρυσά κλαδιά, και η όποια έφτανε ως τη μέση.

Οι μποσνάκες ήταν γυναικείες σκούφιες που χρησιμοποιούσαν άλλοτε οι Σαμιώτισσες. Ήταν μάλλινες, κόκκινες για τις νέες και γαλάζιες για τις μεγάλες, έγερναν προς τα πίσω και αντί για φούντα είχαν ένα χρυσό κουμπί, μεγάλο σαν καρύδι. Ήταν ραμμένες με χρυσή κλωστή, τη λεγόμενη "χρυσοτέχριλο", και δενόταν στο κεφάλι μ’ ένα χρυσοπλουμιστό, ροδόχρωμο μαντίλι.

Φορούσαν σαν εσθήτα ζιμπούνια ή καβάδια μεταξωτά και χρυσοπλουμιστά, που τα κουμπώνανε στο στήθος μέχρι την τράχηλο (...) Χρυσοΰφαντος ήτανε και ο τσιμπές, δηλαδή ο επενδύτης τους, που τα μανίκια είχαν κρόσσια χρυσοπλουμιστά. Έζωναν τη μέση τους με ζώνη από λαχωρήσιο μεταξωτό χρυσοΰφαντο ύφασμα και ήταν ασημένιες οι βούκλες της και στολισμένες με μαργαριτάρια. Σκέπαζαν τα πόδια τους με τζιτόνια, που είχαν χρυσοπλουμιστά στολίδια,και φορούσαν γόβες, δηλαδή σαντάλια χρωματιστά και χρυσοπλουμιστά.

Φορούσαν στο λαιμό περιδέραια από μαργαριτάρια  ή από χρυσά νομίσματα και η κόμη τους, χωρισμένη σε δύο κοτσίδες που κρέμονταν πίσω τους, ήταν στολισμένη με ασημένια και άλλα τέτοια στολίδια. Οι παρθένες όμως άφηναν τα μαλλιά τους να κρέμονται σε μία μόνο κοτσίδα, η άκρη της οποίας στολιζόταν με ία χρυσή ή ασημένια αλυσίδα που μπλεκόταν με επιτηδειότητα μέσα στα μαλλιά.

Με τον καιρό, καθώς ήταν επόμενο, τα πλούσια εκείνα φορέματα, που περνούσαν κληρονομικά από την μάνα στην κόρη, χάθηκαν κι αντικαταστάθηκαν με τα συνηθισμένα φουστάνια, από μεταξωτά κι άλλα υφάσματα, τα οποία έχουν ανοιχτό στήθος, για να φαίνονται τα με λεπτές μπιμπίλες ή δαντέλες στολισμένα μεταξωτά τους πουκάμισα, και με μαντίλωμα γύρο από το κεφάλι που γίνεται από αραχνοΰφαντο μαντίλι που πάνω σκεπάζεται από ένα μεσάλι (=πετσέτα προσώπου) και σκεπάζει από το πίσω μέρος το σώμα μέχρι τη μέση".

Ο ασλαμάς, ένα εσωτερικό μακρύ πουκάμισο από ριγωτό μετάξι, το μπουζουκένιο (από τη λέξη μπούζι= χιόνι, πάγος), όπως το’ λεγαν, με φαρδιά μανίκια, στολισμένα, στις κάτω άκρες με εξαίρετης τέχνης μεταξωτή  δαντέλα.

Με την ίδια δαντέλα ήταν στολισμένη η άκρη της τραχηλιάς, της λαιμόκοψης δηλαδή, με μυτερό άνοιγμα μπροστά στο λαιμό. Αναδείκνυε έτσι την αρχή του ντεκολτέ, χωρίς όμως να είναι αποκαλυπτικό. Ο ασλαμάς στα καθημερινά ρούχα, ή για λόγους οικονομίας ήταν λινένιος, δηλαδή από λινό ή βαμβακερός.

 
Το καβάδι το φορούσαν πάνω από τον ασλαμά. Ήταν μία φαρδιά φούστα, πολύ σουρωτή πίσω, με μπούστο, χωρίς μανίκια, ώστε να αναδεικνύονται τα πλούσια μεταξωτά μανίκια του ασλαμά, φτιαγμένη από πολυτελή μεταξωτά υφάσματα, εμπριμέ. Το καβάδι, ανάλογα με τον πλούτο του υφάσματος, επιδεχόταν πολλές ονομασίες, όπως: πιτένιο καβάδι (= όλο χρυσοΰφαντο ή αργυροΰφαντο), σεβαγιά (=μονόχρωμο με χρυσά κλαδιά), ταμπαχανέ (=καβάδι μεταξωτό). Αργότερα το έφτιαχναν από ακριβή στόφα, με ανάγλυφα κατά κάποιον τρόπο σχέδια λουλουδιών. Στα πόδια πασουμάκια  ή γοβάκια κεντητά.

Ο κεφαλόδεσμος (=κάλυμμα κεφαλιού) ήταν ένα ωοειδές σάλι από μετάξι ή λεπτή γάζα, στολισμένο με μεταξωτή δαντέλα. Υπήρχαν και κεφαλόδεσμοι με υφαντό λαχούρι, στολισμένο με δαντέλα πολύ στενού πλάτους, πλεγμένη με τη βελόνα του ραψίματος, από λευκή ή χρωματιστή κλωστή, που έφερε, κατά διαστήματα, μικρά κομπάκια. Σκέπαζε το κεφάλι, ενώ οι άκρες του περιστρέφονταν σαν στεφάνι γύρω από τις κοτσίδες και δενόταν περίτεχνα στο ύψος του αριστερού αυτιού. Τα κομπάκια της δαντέλας ίσως να παρίσταναν τα μεταλλίκια, που τα παλιά χρόνια έδεναν στις κοτσίδες.

Φέσι δε φορούσαν οι γυναίκες ούτε και ποδιά, όπως σχεδόν σε όλα τα άλλα μέρη της Ελλάδας. Η ποδιά είναι για τα χουσμέτια (=τις δουλειές) και τα χωράφια.

ΣΑΜΙΩΤΙΚΗ ΑΝΔΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ

Το φέσι

Μεγάλο κόκκινο φέσι, τσακισμένο προς τα πίσω με φούντα μαύρη μεταξωτή και χοντρή από στριμμένο μπρισίμι ή γαλάζια μεταξωτή, άστριφτη. Ήταν διακριτικό αρχοντιάς και πλούτου. Το τσάκισμα του φεσού διέφερε από χωριό σε χωριό και από ηλικία και τάξη. Οι νεαροί και η φτωχολογιά το τσάκιζαν στη μέση ενώ οι αρχόντοι το τσάκιζαν λίγο και ψηλά. Στους Μυτιληνιούς και το πάνω Βαθύ οι νεότεροι φορούσαν και σκούφους βουλγάρικους, μαύρους, βελούδινους. Καλοκαιρινό σκέπασμα του κεφαλιού ήταν το σκιάδι, κουρμαδίτικο μονό ή διπλό. Νυκτερινό τέλος σκούφωμα του κεφαλιού ήταν πλεχτός άσπρος κωνοειδής σκούφος με μικρή άσπρη φούντα.

Του πκάμσου

Ήταν άσπρο από ντόπιο φαντό ύφασμα το σκολιανό και ασπρογάλαζο το καθημερινό. Τα πουκάμισα των πλούσιων είχαν γιακαδάκια στενά και λίγο γυριστά. Τα φορούσαν κατάσαρκα. Μόνο οι αρρωστιάρηδες φορούσαν φανέλες, μάλλινες ή φαντές.

Του σώβρακου

Βρακί άσπρο που φορούσαν κατάσαρκα, με πολύ μεγάλη σέλα. Την καθημερινή φορούσαν συνήθως παλιό βρακί με κοντή σέλα.

Του γιαλιλί

Ένδυμα μεταξύ πουκάμισου και σταυρωτής χωρίς μανίκια. Η πισινή πλευρά των γιαλελιών ήταν από το ίδιο ύφασμα, εκτός των τσόχινων και βελούδινων, που ήταν πίσω καμωμένα από κόκκινο ειδικό ύφασμα που το λέγανε γνέλα. Από το κάτω μέρος της γνέλας είχαν κόψει μικρό κομμάτι σε σχήμα καμπάνας. Στην απάνω-απάνω κουμπότρυπα σφήνωναν το γαρίφαλο ή το τριαντάφυλλο οι μερακλήδες. Και κάπου εκεί κοντά, ανάμεσα γιαλελί και πουκάμισο, σφήνωναν μικρό καλοσιδερωμένο μεταξωτό άσπρο μαντιλάκι. Υπήρχαν τέλος και μερικοί μεσόκοποι που άμα φορούσαν το φέσι τους, στραμπουλούσαν το μαντίλι τους, το τύλιγαν μία βόλτα γύρω στο κεφάλι, έξω από το φέσι, κάτω από το τσάκισμα και το έδεναν κόμπο πίσω, ακριβώς στη μέση , ανάμεσα φούντα και φέσι. Από τη μία πλευρά και την άλλη , το γιαλελί είχε τσέπες χωνευτές, όπου έβαζαν τα ασημένια νομίσματα. Με λίγα λόγια το γιαλελί ήταν το πιο περιποιημένο μέρος της στολής. Στην εκκλησιά όμως ποτέ δεν πήγαιναν χωρίς σταυρωτή. Επίσης δεν παρουσιάζονταν στους επίσημους "μι μανίκια". Πάντα με τη σταυρωτή.

Η σταυρουτή ή του σταυρουτό

Ένδυμα τόσο κοντό όσο και το γιαλελί. Δύο δάχτυλα πάνω από το ζουνάρι, ώστε να φαίνεται γύρω μέρος του πουκάμισου και τόσο πλατύ μπροστά, ώστε τα άκρα του μόλις να φτάνουν στη μέση των πλευρών και να αφήνει ακάλυπτο το μπροστινό μέρος του γιαλελιού. Τα μανίκια ήταν πολύ στενά , σχεδόν εφαρμοστά στους βραχίονες και γαρνιρισμένα, όπως και όλη η περίμετρος της σταυρωτής, με μεταξωτά γαϊτάκια.

Ου σάκους ή μακρύς σάκους

Χειμωνιάτικο πανωφόρι, όμοιο στην κατασκευή και στη χρήση με το σημερινό αντρικό παλτό. Υπήρχαν και κοντά τέτοια, όπως τα σακάκια της σημερινής αντρίκιας στολής. Οι σάκοι γίνονταν από μάλλινή τσόχινο ύφασμα.

Οι κάρτσις

Ήταν μακριές ως κάτω από το γόνατο, όπου τις έδεναν με πλεχτές επίσης καλτσοδέτες. Οι λεύτεροι και οι νιόπαντροι προτιμούσαν τις άσπρες και πλουμιστες, ενώ οι πιο ηλικιωμένοι φορούσαν γαλάζες πιο παλιά και πιο ύστερα μαύρες. Έξω από τις κάρτσις φορούσαν και κάλτσες από τσόχα, καλοραμμένες και γαρνιρισμένες με γαϊτάνια, και όμοιες αμπαδίτικες που τις λέγανε τουζλούκια.

Τα παπούτσα

Απλά ανοιχτά, ξέχωστα σκαφόνια, βακετένια με σειρά ειδικές πρόκες από κάτω για τις καθημερινές και μαύρα από βιδέλο χωρίς τις ειδικές πρόκες από κάτω και με φιόγκο μικρό και πλατύ στη μέση τους για τη σκόλη. Αργότερα οι φραγκοφορεμένοι φορούσαν μποτίνια. Τα σκολιανά παπούτσια ήταν έτσι κατασκευασμένα, ώστε στο περπάτημα να τρίζουν.

Στους Βουρλιώτες και στους άλλους μαχαλάδες οι πλούσιοι βρακάδες, άμα στολίζονταν, φορούσαν πολύ μακριά χασεδένια βράκα, τουρλωτό φέσι με γαλάζα φούντα και αντί παπούτσα προτιμούσαν ψηλά ποδήματα όπως των αξιωματικών, μαύρα, και σάκο μακρύ, έστω κι αν ήταν καλοκαίρι.

Η φορεσιά που περιγράψαμε παραπάνω ήταν η σκολιανή φορεσιά των φτωχών και πλουσίων. Η καθημερινή ήταν από υλικά κατώτερης ποιότητας και κακοραμμένη: φέσι παλιό, ξεθωριασμένο και χωρίς φούντα. Σώβρακο και βρακί μάλλον κοντό και με λίγες σούφρες, πουκάμισο από ντόπιο φαντό βαμμένο, γιαλελί προχειροραμένο, χωρίς γνέλα και γαρνιτούρες. Σταυρωτή από δεύτερης ποιότητας αργαλίσιο ρούχο, κάλτσες πάνινες ή αμπαδίτικες ή πέτσινες και αντί παπούτσια τσαρούχια από δερμάτι χοιρινό, που τα έφτιαχναν οι ίδιοι.