Ευπαλίνειο
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 

Εισαγωγή

Το Ευπαλίνειο όρυγμα βρίσκεται στο Πυθαγόρειο της Σάμου και θεωρείται ένα απ' τα πιο σπουδαία αρχιτεκτονικά έργα της Αρχαιότητας. Η κατασκευή του χρονολογείται κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., και πιο συγκεκριμένα στα χρόνια της τυρρανίας του Πολυκράτη. Το έργο ανέλαβε ένας σπουδαίος αρχιτέκτονας της περιοχής, ο Ευπαλίνος, γιος του Ναυστρόφου από τα Μέγαρα. Χρησιμοποιήθηκε ως υδραγωγείο για να καλύψει την έλλειψη νερού που υπήρχε στο νότιο τμήμα του νησιού.

Βραδινή φωτογραφία του Πυθαγορείου

Η πόλη του Τηγανιού

Το Τηγάνι, που στις μέρες είναι γνωστό κυρίως ως Πυθαγόρειο, είναι χτισμένο στο νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού και απέχει από την σημερινή πρωτεύουσα 13 χιλιόμετρα. Είναι χτισμένο πάνω στην αρχαία πόλη Σάμο, παλιά πρωτεύουσα του νησιού και συγκεκριμένα στην κάτω πόλη, που ήταν χτισμένη αμφιθεατρικά γύρω απ’ το λιμάνι, το οποίο ο Ηρόδοτος αναφέρει σαν ένα από τα τρία μεγάλα τεχνικά θαύματα της Σάμου, μαζί με το Ναό της Ηρας και το Ευπαλίνειο Όρυγμα.

Οραματισμός του έργου

1ο μισό του 6ου αιώνα π.Χ.. Εδώ και χρόνια, η ύπαρξη λειψυδρίας στην περιοχή ταλαιπωρεί τους κατοίκους της, εμποδίζοντας τους όσο τίποτε άλλο να γραφτούν στην ιστορία ως ένας αξιοθαύμαστος λαός με πλούσια πολιτισμική κληρονομιά και σπουδαίο εμπόριο.

Ο τότε τύρρανος της αρχαίας Σάμου, Πολυκράτης, οραματίστηκε για πρώτη φόρα την δημιουργία ενός σπουδαίου έργου με σκοπό να σώσει τους Σάμιους και τον αναπτυσσόμενο πολιτισμό τους. Παράλληλα, η μόνη πηγή, που θα μπορούσε να καλύψει στο μέγιστο τις ανάγκες μιας πόλης σαν και αυτή, βρισκόταν έξω από τον οχυρωματικό περίβολο και πίσω από το λόφο Άμπελο, που προστάτευε την πόλη από την βόρεια πλευρά της. Κάπως έτσι, δημιουργήθηκε η ιδέα κατασκευής ενός αγωγού που θα μετάφερε νερό στην πόλη από το βορά του νησιού στο νότο, είτε έξω, είτε μέσα από το λόφο, όπως και έγινε, λύνοντας έτσι μια για πάντα το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής!

Χρονολόγηση

Παρόλο που ο Ηρόδοτος μας προσφέρει αρκετές πληροφορίες για το όρυγμα, δεν κάνει καμία αναφορά σε σχέση με την χρονολογία κατασκευής του. Με βάση σύγχρονες έρευνες, η  ημερομηνία αυτή υπολογίζεται περίπου στη δεκαετία 530-520 π.Χ., δηλαδή τα χρόνια εξουσίας του Πολυκράτη. Άλλες απόψεις τοποθετούν το έργο λίγα χρόνια νωρίτερα, γύρω στο 595 έως και το 570 π.Χ., ή ακόμη και το 550 π.Χ., όταν το νησί δεν βρισκόταν κάτω από το τυρρανικό καθεστώς του Πολυκράτη. Η διαδικασία κατασκευής κράτησε περίπου 10 χρόνια. Μάλιστα, για να ολοκληρωθεί η διάνοιξη του ορύγματος σε μικρότερο χρονικό διάστημα, δημιουργήθηκαν δυο ομάδες εργατών, κάθε μια από τις οποίες έσκαψε από διαφορετική πλευρά του βουνού! Το υδραγωγείο λειτούργησε για περίπου 1100 χρόνια. 

Η σήραγγα σε τμήματα

Το υδραυλικό έργο του Ευπαλίνου κατασκευάστηκε σε τρία τμήματα: το πρώτο τμήμα περιελάμβανε τον αγωγό από την πηγή ως τη βόρεια πλευρά του βουνού, το δεύτερο το όρυγμα που περνούσε μέσα από το βουνό και το τρίτο τον αγωγό που διέσχιζε την πόλη στη νότια πλαγιά του βουνού. Το έργο ήταν στο σύνολό του υπόγειο, με μέση κλίση του αγωγού 0,6%. Το μήκος του κάθε τμήματος ήταν: 859 μέτρα από την πηγή μέχρι το βουνό, μέσα σε υπόγεια χτιστή τάφρο, 1035 μέτρα μέσα σε σήραγγα στο βουνό και 520 μέτρα από το βουνό στη δεξαμενή της πόλης, πάλι μέσα σε τάφρο.

Το βόρειο τμήμα περιλαμβάνει την υπόγεια πηγή του χωριού Αγιάδες, που βρίσκεται σήμερα κάτω από το δάπεδο του ναϋδρίου του Αγίου Ιωάννη. Είναι κτίσμα διαστάσεων 7x6 μ. περίπου που στηρίζεται σε 17 κολώνες ύψους 1,8 μ.. Κατά την Aρχαιότητα, το νερό διοχετεύονταν, αρχικά, σε αυτό το κρηναίο οικοδόμημα με ισχυρή τοιχοδομία και, έπειτα, στον αγωγό. Κατά μήκος της σήραγγας, που οδηγούσε το νερό από την πηγή στον αγωγό, μήκους 8,95 μ. και με κλίση 0,2 %, υπήρχαν πηγάδια για τον εξαερισμό και τον καθαρισμό του. Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο και μεγαλύτερο μέρος της σήραγγας, μήκους 800 μ., συμβάδιζε με το ανάγλυφο του εδάφους και ήταν κατασκευασμένο σαν ανοιχτή τάφρος, ενώ στα μέτρα που απέμεναν μέχρι το βουνό, σκάφτηκαν τέσσερα φρεάτια που συνδέονταν μεταξύ τους.

Βόρεια είσοδος του Ευπαλινείου Ορύγματος

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το δύσκολο κατασκευαστικά κομμάτι του αγωγού θα ήταν το κεντρικό τμήμα, το οποίο διαπερνά εσωτερικά το βουνό. Το κεντρικό τμήμα αποτελείται από την σήραγγα μήκους 1.032 μ. πλάτους 1,8 μ. και ύψους 1,8μ.. Το δάπεδό της βρίσκεται σε υψόμετρο 53 μ. περίπου πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και 180 μ. κάτω από την κορυφή του βουνού. Αποτελείται από τρία μικρότερα τμήματα. Τα τμήματα αυτά ήταν τα δύο ευθύγραμμα - το βόρειο, μήκους 400 μ. και το νότιο, μήκους 265 μ. - και το ένα κεντρικό, πολυγωνικό, με την βοήθεια του οποίου το βόρειο συνεργείο βγήκε στη νότια σήραγγα. Η παρουσία του ακανόνιστου αυτού πολυγωνικού κεντρικού τμήματος οφειλόταν μάλλον σε φυσική στοά στο εσωτερικό του βουνού, μήκους 150 μ. περίπου. Η στοά αυτή βοήθησε τον Ευπαλίνο να εξοικονομήσει περίπου 1,5 χρόνο εργασιών, ενώ ταυτόχρονα τον ανάγκασε να φύγει από την ευθύγραμμη πορεία του, επανερχόμενος έπειτα και συνεχίζοντάς την απερίσπαστα. Όταν πια οι δύο κεφαλές των σηράγγων είχαν ελαχιστοποιηθεί σημαντικά, έγιναν καθώς φαίνεται οι απαραίτητες διορθώσεις, ώστε να επιτευχθεί η συνάντηση των σηράγγων μέσα στο βουνό, με απόκλιση μόλις 40 εκ. στο ύψος και 70 στο πλάτος!

Στη μια πλευρά του δαπέδου υπάρχει αύλακα πλάτους 0,6 μ. και βάθους 3,8 μ. στο βόρειο και 8,9 μ. στο νότιο άκρο της σήραγγας. Η κλίση του  πυθμένα της αύλακας ήταν 0,36 %, ώστε να διευκολύνεται η ελεύθερη ροή του νερού στην βάση της όπου βρίσκονται πήλινοι αγωγοί για την μεταφορά.

Επιπλέον, πριν την έναρξη των εργασιών όφειλαν να παρθούν κάποιες βασικές αποφάσεις που καθόριζαν την λειτουργία του αγωγού. Πρώτα-πρώτα, η σήραγγα θα έπρεπε να βρίσκεται σε οριζόντια θέση, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος προβλημάτων από τα υπόγεια νερά. Επίσης, το αμφίστομον του ορύγματος επετεύχθη παράλληλα με το ευθύγραμμο της σήραγγας, διότι αν η κατασκευή ήταν αμφίστομη και κεκλιμένη, εκτός από το πρόβλημα των νερών στην κατηφορική σήραγγα, η συνάντηση θα ήταν και ένα πολύπλοκο πρόβλημα στερεομετρίας. Πιο συγκεκριμένα οι σύγχρονες έρευνες που έγιναν αποδεικνύουν υψόμετρο βόρειου στομίου +55,83 μ. και νότιου στομίου 55,26 μ.. Τα υψόμετρα των σηράγγων μάλιστα λίγο πριν τη συνάντησή τους είναι στα βόρεια 55,48 μ. και στα νότια 55,17 μ. Το γεγονός της απόλυτης σχεδόν οριζοντιότητας της σήραγγας είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό, προκαλώντας έκπληξη για τις γνώσεις που μπορεί να διέθεταν οι αρχαίοι μηχανικοί όσον αφορά την υλοποίηση του οριζόντιου επιπέδου πάνω στο έδαφος. 

Εσωτερικά η σήραγγα

Τέλος, το νότιο τμήμα περιλαμβάνει κτιστό υπόγειο αγωγό μήκους μεγαλύτερου των 620 μ., με κλίση 0,75 % για την ροή του νερού από την έξοδο της σήραγγας μέχρι την πόλη. Κατά μήκος του υπάρχουν πηγάδια εξαερισμού και καθαρισμού, ενώ επίσης έχουν σκαφτεί φρεάτια σε αποστάσεις από 11 έως 25 μ. που έπειτα συνδέθηκαν μεταξύ τους. Κατά μήκος αυτού του τμήματος είχαν τοποθετηθεί σε λογικές μεταξύ τους αποστάσεις κρήνες με δεξαμενές απ' όπου οι κάτοικοι μπορούσαν να προμηθεύονται νερό. 

Νότια είσοδος του Ευπαλινείου Ορύγματος

Υπολογισμοί του Ευπαλίνου

Αρχικά, ο Ευπαλίνος δημιούργησε με κοντάρια σκόπευσης μια ευθεία πάνω στην επιφάνεια του βουνού και μια οριζόντια γραμμή γύρω από αυτή. Με τον τρόπο αυτό, προέκυψε και η κατεύθυνση που θα είχε το όρυγμα και ένα κοινό επίπεδο. Το όρυγμα ήταν σχεδιασμένο ώστε κάθε μια από τις διόδους να υπολογίζεται από το μήκος της βουνοπλαγιάς όπου αντιστοιχούσε, με αποτέλεσμα τα λάθη στις μετρήσεις να περιορίζονται σημαντικά. Οι δύο ομάδες που εργάστηκαν για την πραγματοποίηση του έργου, με σημείο εκκίνησης την βόρεια και νότια είσοδο, συναντήθηκαν στο κέντρο με μια μικρή απόκλιση, μόλις 0,6 μ.. Αυτό οφείλεται στην αναγκαστική αλλαγή πορείας που πραγματοποίησε η βόρεια ομάδα εξαιτίας της σαθρότητας του εδάφους και τον υπαρκτό κίνδυνο κατολίσθησης. Οι εργάτες διέγραψαν τεθλασμένη γραμμή ώστε να αποφύγουν το σημείο αυτό και στη συνέχεια επανήλθαν στην κανονική τους πορεία.

Σύμφωνα με σύγχρονους επιστήμονες, οι εκδοχές για το πώς τελικά δούλεψε ο Ευπαλίνος είναι δύο. Κατά την πρώτη, ο Ευπαλίνος βοηθήθηκε από την φύση και πιο συγκεκριμένα από το νερό της πηγής. Ο Ευπαλίνος έχτισε ένα κεκλιμένο αυλάκι μέσα στο οποίο κατασκεύασε, σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους, φράγματα, για να δημιουργούνται μικρές λίμνες σε τέτοιο ύψος, που η επιφάνεια τους να είναι χαμηλότερη από την αυτήν της προηγούμενης κατά 0,6 %. Έτσι, τα άνω μέρη των φραγμάτων έφτιαχναν μια πολυγωνική διαδρομή στο έδαφος, η οποία είχε σταθερή κλίση 0,6 %.

Όσον αφορά την δεύτερη άποψη, φαίνεται ότι ο Ευπαλίνος χρησιμοποίησε κάποιο σκοπευτικό όργανο. Η μέθοδος αυτή σήμαινε την κατασκευή σε ίσες αποστάσεις μικρών, διαδοχικών πέτρινων βάθρων σε σταθερά χαμηλότερη κάθε φορά στάθμη. Η υψομετρική διαφορά εδώ υλοποιείται όχι με το νερό, αλλά με οριζόντια σκόπευση πάνω σε υποδιαιρεμένο γνώμονα. Έτσι τα σημεία των διαδοχικών βάθρων υλοποιούν στο έδαφος μια πολυγωνική διαδρομή με σταθερή κλίση 0,6%.

Πιθανότατα, ο Ευπαλίνος χρησιμοποίησε τόσο την μία όσο και την άλλη μέθοδο για την υλοποίηση του έργου. Από την μια, την πρώτη, γιατί ήταν ήδη ένα έτοιμο επιφανειακό αυλάκι και από την άλλη, την δεύτερη, διότι μέσω αυτού του σχεδίου μπορούσε να χαράξει το έδαφος και να παρακολουθεί την πορεία των εργασιών κάτω από το βουνό. Όλο αυτό το επίτευγμα πραγματοποιήθηκε με τρία συνεργεία: ένα για το πρώτο τμήμα του υδραγωγείου και δυο για την σήραγγα μέσα στο βουνό.

Όταν το πρώτο συνεργείο κατασκεύασε τα πρώτα 600 μ., ο Ευπαλίνος θέλησε να μπει μέσα στο βουνό με υπόγειο τούνελ, έτσι ώστε να συνδεθεί με την σήραγγα, η οποία κατασκευαζόταν ήδη και από τις δυο πλευρές του βουνού. Στην επιφάνεια του εδάφους πραγματοποίησε μια διαδρομή σύνδεσης, κατασκευάζοντας πέντε πηγάδια. Έπειτα, συνέδεσε τα πηγάδια με τούνελ, το οποίο άρχιζε από το υπόγειο τμήμα του πρώτου μέρους του ορύγματος και τερμάτιζε στους συνδεδεμένους πια πυθμένες των πηγαδιών, δηλαδή 3,5 μ. χαμηλότερα από την αμφίστομη σήραγγα.

Το μήκος αυτού του τούνελ ήταν 260 μ. περίπου και το βάθος του 5ου πηγαδιού έφτανε τα 15 μ.. Είναι σίγουρο πλέον ότι η διάνοιξη ενός τέτοιου έργου έγινε με σκοπευτικό όργανο, διαφορετικά δεν θα είχε τηρηθεί η κλίση του 0,75 %, κάτι που θεωρείται πρωτοποριακό για την εποχή εκείνη.

Χάρη στη διόπτρα, ο Ευπαλίνος κατασκεύασε διαδοχικά τα πέτρινα βάθρα περιμετρικά του βουνού, ως την νότια πλαγιά. Τα βάθρα σχημάτιζαν πάνω στο έδαφος την τομή του οριζόντιου επιπέδου που διάλεξε ο Ευπαλίνος με την επιφάνεια του βουνού. Κάτι τέτοιο μπορούσε να πραγματοποιηθεί με ένα πέτρινο οριζόντιο αυλάκι, γεμισμένο με νερό. Η στάθμη του νερού θα έδειχνε το ίχνος του οριζόντιου επιπέδου του εδάφους.

Έπειτα, ο Ευπαλίνος διάλεξε πιθανότατα πάνω στην καμπύλη των βάθρων το σημείο (Ν) από το οποίο θα άρχιζε η βόρεια σήραγγα του ορύγματος, μάλλον με εδαφολογικά κριτήρια. Μετά, διάλεξε την πιο ομαλή ράχη για να διαμορφώσει πάνω της την ευθεία γραμμή που θα όριζε το κατακόρυφο επίπεδο της κατασκευαζόμενης σήραγγας. Αυτό υλοποιήθηκε εύκολα, με την βοήθεια ενός απλού γνώμονα στην πλαγιά του βουνού και πάνω στην ίδια οπτική ακτίνα από το επιλεγμένο σημείο (Ν). Η τομή της ευθείας με την καμπύλη των βάθρων όριζε το σημείο στα νότια, από όπου θα άρχιζαν οι εργασίες της νότιας σήραγγας. Οι σύγχρονες έρευνες μας διαβεβαιώνουν ότι χρησιμοποιήθηκε σκοπευτικό όργανο για όλη αυτή την μελέτη.

Σκοπευτικά όργανα

Τα σκοπευτικά όργανα του έργου ήταν βασικά ένα γωνιόμετρο μέτρησης οριζόντιων γωνιών, καθώς και ένα επιτραπέζιο γωνιόμετρο. Παράλληλα, θα πρέπει να υπήρχε και όργανο που θα μετρούσε κατακόρυφες γωνίες και θα υλοποιούσε σκοπευτικά το οριζόντιο επίπεδο. Τα σχετικά δείγματα που αποδεικνύουν χρήση τέτοιων οργάνων είναι: 1. η υλοποίηση του οριζόντιου επιπέδου της σήραγγας, 2. η υλοποίηση και η πύκνωση της ευθυγραμμίας των ακοντίων στη ράχη του βουνού, 3. η οριζόντια απόσταση ανάμεσα στα σημεία εισόδου των σηράγγων στο βουνό, 4. το κατέβασμα της ευθυγραμμίας των ακοντίων στο οριζόντιο επίπεδο, 5. η οριζοντιότητα της βόρειας και της νότιας σήραγγας, 6. η τήρηση της κλίσης στα τούνελ των πηγαδιών στο βόρειο, στο νότιο και 7. το κεντρικό τμήμα του υδραγωγείου και η χάραξη της ισοκλινούς πορείας του αγωγού από την πηγή στο βουνό.

Επίσης, επάνω στα τοιχώματα της σήραγγας έχουν βρεθεί τα πρωτότυπα σημάδια του προσδιορισμού της πορείας της σήραγγας. Η αξιολόγηση των σημαδιών αυτών βοήθησε ιδιαίτερα τη σύγχρονη έρευνα να οδηγηθεί σε συμπεράσματα σε σχέση με τα μεμονωμένα στάδια εργασιών και την αναπαράσταση ολόκληρης της διαδικασίας του σχεδιασμού.

Αξιολόγηση του έργου

Για τον αγωγό σύνδεσης με την πηγή χρειάστηκε να εξορυχθούν περίπου 1500 κυβικά μέτρα (κ.μ.) φυσικού βράχου, για το όρυγμα με την τάφρο και το τελικό κανάλι σχεδόν 5000 κ.μ. και για τον αγωγό μέσα στην πόλη άλλα 1000 κ.μ. Όλες μάλιστα οι εργασίες αυτές έγιναν με σφυρί και καλέμι. Για τις συμπληρωματικές εργασίες του έργου θα πρέπει πίσω στη σήραγγα να μεταφέρθηκαν περίπου 300 κ.μ. λίθοι, αλλά και σχεδόν 5000 πήλινοι σωλήνες οι οποίοι κατασκευάστηκαν στον τροχό και μεταφέρθηκαν στον πυθμένα του καναλιού. Σε σχέση με τη λειτουργία του αγωγού, παρουσιάστηκε καθώς φαίνεται ένα βασικό πρόβλημα. Καθώς το νερό της πηγής περιείχε υψηλό ποσοστό ασβεστίου, μέσα σε μερικά χρόνια οι σωλήνες του αγωγού γέμισαν με πουρί, με αποτέλεσμα για να αποκατασταθεί η σωστή λειτουργία, να χρειαστεί να ανοιχτούν οι σωλήνες του αγωγού στο επάνω μέρος σε όλο το μήκος τους, παραμένοντας στη θέση μόνο το ένα τρίτο της διατομής τους σαν αυλάκι, που από καιρό σε καιρό έπρεπε να καθαρίζεται. Ο Ευπαλίνος κατάφερε να υλοποιήσει ένα ιδιαίτερα τολμηρό εγχείρημα, μετά από διεξοδική προφανώς επιτόπια έρευνα, αλλά και μέσα από σημαντικούς θεωρητικούς υπολογισμούς. Το όρυγμα θα πρέπει σαφώς να σχεδιάστηκε "στο χαρτί", όπου και θα πρέπει να αναπτύχθηκαν όλα τα στάδια εργασίας του, αλλά και οι τροποποιήσεις που έγιναν.

Χρήση

Τα πρώτα 1100 χρόνια , το έργο χρησίμευσε σαν υδραγωγείο για την πρωτεύουσα του νησιού, δηλαδή το σημερινό Πυθαγόρειο. Η ξηρασία της νότιας πλευράς του νησιού αντιμετωπίστηκε με επιτυχία, αφού το νερό που μεταφερόταν από την βόρεια είσοδο του υδραγωγείου επαρκούσε για να καλύψει τις ανάγκες του πληθυσμού. Στην ρωμαϊκή εποχή αντικαταστάθηκε από ένα νέο που έφερε στη πόλη τα νερά της πηγής των Μύλων. Πριν εγκαταλειφθεί εντελώς και σκεπαστεί με όγκους χωμάτων, το Ευπαλίνειο Όρυγμα χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο στα χρόνια των επιδρομών των Σαρακηνών. 

Αργότερα, κατά την Τουρκοκρατία, το Ευπαλίνειο χρησιμοποιούνταν επίσης ως καταφύγιο των κατοίκων της περιοχής.

Φυσικές φθορές

Αυτό το πολυσύνθετο τεχνικό αρχαίο έργο θα βοηθηθεί διπλά. Εκτός από τη μελέτη αποκατάστασης του μνημείου υπάρχει και μελέτη συντήρησης του Ευπαλίνειου ορύγματος στο Πυθαγόρειο Σάμου την οποία ενέκρινε πρόσφατα το ΚΑΣ. «Οι φθορές», λέει ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαίων Μνημείων, Νίκος Μίνως, οφείλονται «αποκλειστικά σε φυσικά αίτια και συγκεκριμένα γεωλογικές μεταβολές, στην πλούσια υδροφορία και τη σεισμική δραστηριότητα της περιοχής», τονίζοντας πως στόχος είναι η εξεύρεση κατάλληλων μεθόδων και υλικών ώστε να επιτευχθεί η σταθεροποίηση της επιφάνειας του φυσικού βράχου και των δομικών στοιχείων των επενδύσεων.

Οι ειδικοί θα θεραπεύσουν τα τοιχώματα του φυσικού βράχου του ορύγματος, θα στερεώσουν τις αρχαϊκές επιγραφές, απομακρύνοντας τις οξειδώσεις και καθαρίζοντας παράλληλα κάποιους νεότερους βανδαλισμούς, όπως τα γκραφίτι, σε διάστημα περίπου 30 μηνών. Σε αυτά θα επέμβει γρήγορα η Διεύθυνση διότι παρουσιάζουν αστάθειες και με μια απλή τριβή μπορεί κανείς να τα καταστρέψει. Άλλωστε, τα 400 σημάδια μέτρησης που ήταν σημειωμένα στον βράχο με κόκκινο χρώμα δίνουν πολλά στοιχεία για την κατανόηση της σήραγγας. Στην ουσία είναι αλφαδιές στάθμης επιπέδου, αλλά και γράμματα αρίθμησης με επιστάτες και εργοδηγούς που εργάστηκαν εκεί. Υπάρχουν χαράγματα ονομάτων, όπως ΑΣΒΙΔΕΩ, ΑΡΙΣΤΙΔΩ, ΦΑΙΔΕΩ, κ. ά. Η συντηρήτρια, Κλεοπάτρα Παπασταματίου που έκανε τη μελέτη, στέκεται στο γεγονός ότι τα γράμματα αρίθμησης όπως και τα ονόματα, ήταν γραμμένα από αριστερά προς τα δεξιά. Στη βόρεια σήραγγα επί της αρχαϊκής επένδυσης υπάρχει η περίφημη επιγραφή ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ, γραμμένη όπως λέει, με γράμματα ύψους μέχρι 30 εκατ. που ορίζεται από δύο κατακόρυφες πινελιές. Η μεταξύ τους απόσταση αντιστοιχεί στην διορθωτική επιμήκυνση της σήραγγας, την οποία ο Ευπαλίνος αναγκάστηκε να δημιουργήσει κατά την αλλαγή πορείας που έκανε προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες των χαλαρών πετρωμάτων που συνάντησε στο βόρειο τμήμα. Η επιγραφή αυτή αποτελεί την επισφράγιση της επιτυχίας της διάνοιξης από τον ίδιο τον Ευπαλίνο.

Το θαύμασε ο Ηρόδοτος

Το Ευπαλίνειο υδραγωγείο με το «αμφίστομον όρυγμα» που θαύμασε ο ιστορικός Ηρόδοτος, ξεκίνησε να κατασκευάζεται γύρω στο 550 π. Χ. όταν ο σχεδιαστής και μηχανικός Ευπαλίνος έλαβε την εντολή από τον τύραννο της Σάμου Πολυκράτη. Το νερό δεν επαρκούσε για να καλύψει τις ανάγκες της Σάμου και έπρεπε να έρθει μέσα στην πόλη το νερό της μεγάλης πηγής των Αγιάδων που ήταν πίσω από το βουνό. Τα στοιχεία στο όρυγμα μαρτυρούν επισκευή στα ρωμαϊκά χρόνια και επεμβάσεις κατά τους βυζαντινούς χρόνους, κατά τους οποίους οι κάτοικοι της περιοχής το χρησιμοποίησαν ως καταφύγιο. Το 1882, επί ηγεμονίας Κωνσταντίνου Αδοσίδη, έγιναν προσπάθειες να καθαριστεί το υδραγωγείο και να τεθεί εκ νέου σε λειτουργία αν και τελικά το εγχείρημα εγκαταλείφθηκε. Είναι σημαντικό όμως ότι οι Σαμιώτες τότε, αντί να χτίσουν ένα μεγάλο λίθινο τοξωτό γεφύρι, προτίμησαν να αναστηλώσουν το Ευπαλίνειο όρυγμα.

Ανασκαφές

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το υδραγωγείο ανασκάφηκε από αρχαιολόγους του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, το μνημείο μελετήθηκε και 25 χρόνια αργότερα, το 1995, δημοσιεύθηκε από τον μελετητή Hermann Kienast.

Συμπέρασμα

Η ακρίβεια του έργου είναι ασύλληπτη ακόμα και με τα σημερινά μέσα. Στον Υπόγειο Μητροπολιτικό Σιδηρόδρομο Αθηνών (μετρό) υπάρχουν αποκλίσεις της τάξεως του μέτρου, ενώ στο Ευπαλίνειο Όρυγμα οι αποκλίσεις είναι της τάξεως των εκατοστών! Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι η νότια σήραγγα (η ομάδα ανασκαφής της οποίας δεν χρειάστηκε να αποκλίνει της πορείας της όπως η βόρεια ομάδα) ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με την ιδανική ευθεία σε όλο το μήκος της (401,8 μέτρα). 

Η πρώτη φωτογραφία που τραβήχτηκε το 1970 από τον Hermann Kienast