Πόλη και σπίτια (αρχιτεκτονική)
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 

Αρχιτεκτονική και πολεοδομία στα Μέγαρα

Α. Αρχαιότητα

Τα αρχαία τείχη

Τοπογραφικό της πόλης των Μεγάρων, όπου διακρίνονται τα αρχαία τείχη

Ιστορία

Ο 5ος αιώνας βρήκε τους Μεγαρείς απλωμένους στην Ανατολή και στη Δύση. Λίγο  πριν από τα μέσα του αιώνα αυτού είχαν και πάλι ενταθεί οι παλιές συνοριακές έριδες των Μεγαρέων με τους Κορινθίους εταίρους τους στην πελοποννησιακή συμμαχία. Μην μπορώντας να βρουν το δίκιο τους αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πελοποννησιακή συμμαχία και να προσχωρήσουν στη συμμαχία με τους γείτονές τους, Αθηναίους. Την απόφαση αυτή εκμεταλλεύτηκαν αμέσως οι Αθηναίοι, γιατί ήθελαν να κυκλώσουν τους Πελοποννησίους παίρνοντας στην κατοχή τους τα δυο λιμάνια των Μεγαρέων, Νίσαια του Σαρωνικού και Παγές του Κορινθιακού κόλπου, και να μεταβάλουν τα ίδια τα Μέγαρα σε δική τους προχωρημένη βάση κατά της αντίπαλης συμμαχίας. Ο Θουκυδίδης προσθέτει ότι η πρώτη κίνηση των Αθηναίων ήταν να ενώσουν με μακρά τείχη τα Μέγαρα με το επίνειο Νίσαια, που οι Αθηναίοι το μετέβαλαν σε πολεμικό ναύσταθμο. Η προσχώρηση των Μεγαρέων έγινε στα 461 π.Χ. Οι Αθηναίοι τότε έχτισαν βιαστικά και τα μεγαρικά τείχη, μήκους 1500 περίπου μέτρων. Ακόμα ανέλαβαν οι ίδιοι και τη φρούρησή τους. Οι Μεγαρείς δεν άργησαν να αντιληφθούν ότι σχεδόν είχαν περιέλθει σε αθηναϊκή κατοχή. Κι αυτό γιατί δεν όριζαν πλέον ούτε τα λιμάνια ούτε την ίδια την πόλη τους που έγινε βάση των Αθηναίων. Kαι έτσι τα γκρέμισαν τον 8ο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου (424 π.Χ.). Ο στρατηγός Φωκίων ξανάχτισε τα τείχη γύρω στο 340 π.Χ..

Κατασκευή

 O Θουκυδίδης αναφέρει πως τα Μακρά τείχη είχαν μήκος 8 στάδια δηλ. 1500 μ. περίπου, ενώ ο Στράβων υπολογίζει την απόσταση από την πόλη μέχρι τη Νισαία σε 18 στάδια δηλαδή 3400 μέτρα. Όσον αφορά το τείχος ήταν ενισχυμένο κατά διαστήματα με πύργους. Επειδή η βόρεια και  νότια πλευρά του λόφου  είναι αρκετά απότομες, η οχύρωση πρέπει να είχε μόνο δύο πύλες, στα ανατολικά και στα δυτικά πάνω περίπου στον άξονα της σημερινής οδού του Αγ. Δημητρίου.
Σήμερα από τον οχυρωματικό περίβολο της ακρόπολης του Αλκάθου, στη νότια πλάγια του λόφου, σώζεται ένα μικρό τμήμα μήκους 25μ. περίπου και ύψους 4.5μ.
Το πάχος του δεν μπορεί να καθοριστεί διότι βρίσκεται κάτω από σύγχρονα κτίσματα. Για την κατασκευή του έχουν χρησιμοποιηθεί κυρίως μεγάλες ασβεστολιθικές πέτρες λαξευμένες ελαφρώς στην επιφάνεια και στις τέσσερις πλευρές. Το τείχος δεν είναι κυκλώπειο ή πελασγικό, όπως μας το παρουσιάζουν οι περιηγητές, αλλά εντάσσεται σε σύστημα τειχοδομίας μεταξύ του ακανόνιστου τραπεζιόσχημου και του πολυγωνικού. Επιπλέον το τείχος της δυτικής ακρόπολης προϋπήρχε. Τέλος από την αρχαία οχύρωση της ανατολικής ακρόπολης σήμερα δεν σώζεται τίποτα.
 
Ο Παυσανία ς στην περιήγηση του δεν αναφέρει τα Μακρά Τείχη. Ο Θουκυδίδης και ο Πλούταρχος αντίστοιχα περιγράφουν τα Μακρά Τείχη ως εξής : ''.......Και έσχον Αθηναίοι, Μέγαρα και Πηγάς και τα μακρά τείχη ωκοδόμησαν Μεγαρεύσι τα από της πόλεως ες Νίσαιαν και εφρούρουν αυτοί...''. ''...και δια μέσου σκέλη δύο προς το επίνειον από του άστεως ανέβαλε''.

Η Κρήνη του Θεαγένους

Το μοναδικό κτίσμα που αξίζει κανείς να επισκεφθεί κανείς στα Μέγαρα, είναι η λεγόμενη "Κρήνη του Θεαγένη" που χρονολογείται στις αρχές του 5ου αι. π.Χ ., αλλά πιθανότατα στην ίδια θέση να προϋπήρχε κρήνη, έργο του τυράννου. Ήταν από τα πιο επιβλητικά αρχιτεκτονικά δημιουργήματα, χτισμένη σε θέση προσιτή και των δύο λόφων, αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Βρισκόταν στο διάσελο των δύο λόφων, κοντά στην αρχαία αγορά.
 Η μεγάλη συλλεκτήρια δεξαμενή με διαστάσεις 13,69x 17,88 μ., χωριζόταν με μεσότοιχο σε δύο μέρη και την οροφή της στήριζαν 35 οκταγωνικοί κίονες.
 Για την κρήνη αυτή γράφει ο Παυσανίας: "στην πόλη τους έχουν οι Μεγαρείς μια κρήνη που τους την έχτισε ο Θεαγένης, τον οποίο και πριν ανέφερα , για την κόρη που την πάντρεψε  με τον Αθηναίο Κύλωνα. Αυτός ο Θεαγένης, όταν ήταν τύραννος έχτισε την κρήνη που είναι αξιοθέατη για το μέγεθος της και για το διάκοσμο και για το πλήθος των κιόνων της. Το νερό που τρέχει μέσα στην κρήνη λέγεται των Σιθνίδων Νυμφών. Οι Μεγαρείς λένε πως οι Σιθνίδες Νύμφες είναι ντόπιες και πως με μια από αυτές συνευρέθηκε ο Ζευς, κι έκαναν έναν γιο, τον Μέγαρο. Ο Μέγαρος λέγεται ότι γλίτωσε από τον κατακλυσμό που έγινε τον καιρό του Δευκαλίωνα καταφεύγοντας προς τις κορυφές του όρους Γεράνεια, κολυμπώντας, οδηγούμενος από τις κραυγές γερανών που πετούσαν από πάνω του. Από τότε το όρος πήρε το όνομα αυτό".

Τα σπίτια στα αρχαία Μέγαρα

Σκίτσο ανεσκαμμένης αρχαίας οικίας

 Τα σπίτια στα αρχαία Μέγαρα ήταν πολυώροφα και κατασκευασμένα από μεγάλα κομμάτια λαξευτών ογκολίθων που ανά τακτικά διαστήματα διακόπτονταν από ένα κάθετο ογκόλιθο, πράγμα που τα έκανε πολύ ισχυρά. Αποτελούνταν από τον ανδρώνα, τον γυναικωνίτη, τους βοηθητικούς χώρους, τα δωμάτια των δούλων και τέλος ένα υπόγειο.

Σχέδιο αρχαίου σπιτιού (Πηγή: Αυγερινού & Βόρδος, χ.χ.)

Ο ανδρώνας συνήθως είχε χαλικωτό δάπεδο και χωρούσε επτά ανάκλιντρα, τα οποία ήταν τοποθετημένα σ' ένα σκαλοπάτι γύρω-γύρω από την αίθουσα. Ήταν ο χώρος όπου περνούσαν οι άντρες το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας τους, κουβεντιάζοντας και διασκεδάζοντας. Ήταν το πιο προσεγμένο δωμάτιο του σπιτιού και σε μερικές περιπτώσεις οι τοίχοι είχαν χρώμα κόκκινο, ώχρα, μαύρο και γαλάζιο. Ο γυναικωνίτης ήταν ένα δωμάτιο αποκλειστικά για τις γυναίκες. Εκεί υπήρχαν οι αργαλειοί και οι κοιτώνες και οι γυναίκες πραγματοποιούσαν τις δουλειές του σπιτιού. Οι βοηθητικοί χώροι και τα δωμάτια των δούλων δεν είχαν κάτι ιδιαίτερο.

Αυτό όμως που έκανε τα σπίτια να ξεχωρίζουν από αυτά της υπόλοιπης Ελλάδας ήταν τα υπόγειά τους. Αυτά ήταν δωμάτια με ορθογώνια κάτοψη και ορθογώνιο πεσσό στη μέση, που ονομάζονταν "μέγαρα".  Δεν έμοιαζαν με κελάρια, αλλά ήταν μεγάλα και βαθιά στην γη. Είχαν διάφορα σχήματα, όπως τετράγωνα, ορθογώνια, τρίγωνα, πολύγωνα και η οροφή στηριζόταν συνήθως σε τέσσερις πεσσούς. Ήταν πολύ δροσερά και εκεί διατηρούσαν σιτηρά, κρασιά και άλλα τρόφιμα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ακόμα μέσα έβαζαν και ομοιώματα γουρουνιών κατασκευασμένα από πηλό, μάρμαρο ή ζυμάρι, που ήταν το αγαπημένο ζώο της θεάς Δήμητρας. Όταν έφτανε η γιορτή της σποράς τα έβγαζαν και τα άφηναν στους βωμούς της θεάς. Ήταν πραγματικά τόσο θαυμαστά που η οι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι η πόλη πήρε το όνομά της από αυτά τα υπόγεια. Tέλος, αυτό που αξίζει να προσθέσουμε  είναι αυτό που είπε ο Ισοκράτης για τους Μεγαρείς: "Οι Μεγαρείς ζούσαν σαν να ήταν να πεθάνουν την άλλη μέρα, αλλά έχτιζαν σαν να ήταν να ζήσουν αιώνια".

Βιβλιογραφία

Αυγερινού, Π., Βόρδος, Α. χ.χ., Ο Μυρτίλος στην πόλη των Μεγάρων (Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα), ΥΠΠΟ-Γ΄ ΕΠΚΑ, Αθήνα.

Ζορίδης, Π. 1984, «Ανασκαφές. Μέγαρα», Αρχαιολογικό Δελτίο, τ. 39, σ. 20, Αθήνα.
Ζορίδης, Π. 1985, «Τα Αρχαία Τείχη των Μεγάρων», Αρχαιολογική Εφημερίς, σ.σ. 217-236.

Ζορίδης, Π. 1996, «Μέγαρα. Ιστορία. Αρχαιότητα», στην Πάπυρος, Larousse, Britannica, τομ. 41, σ.σ. 166-168, Αθήνα.

Ζορίδης, Π. 2000, Αρχαιολογικό Μουσείο Μεγάρων (φυλλάδιο ΥΠΠΟ), Γ΄ ΕΠΚΑ, Αθήνα.

Θρεψιάδης, Ι, Τραυλός 1934, Ι., «Ανασκαφικαί Έρευναι εν Μεγάροις», Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας, Αθήνα.

Μπαζιωτοπούλου-Βαλαβάνη Ε. 1990, «Επιφανειακές Έρευνες. Μεγαρίδα», Αρχαιολογικόν Δελτίον, τ. 45, σ.σ. 68-69, Αθήνα.

Παπασίδερη-Χριστοπούλου, Ε. 2002, Τα Μέγαρα της Αρχαιότητας, Δήμος Μεγάρων, Μέγαρα.

Παπαχατζής, Ν. 1974, Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις. Αττικά, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα.

Τραυλός, Ι. 1974, «Μέγαρα», στη Νέα Δομή, τομ. Χ, Αθήνα, σ.σ. 202-208.

Φίλιος, Δ. 1890, «Ανασκαφαί παρά τα Μέγαρα», Αρχαιολογική Εφημερίς, σ.σ. 21-56, Αθήνα.

Φωκά, Ι., Βαλαβάνης, Π. 1992, Αρχιτεκτονική και Πολεοδομία, Κέδρος, Αθήνα

Φωκά, Ι., Βαλαβάνης, Π. 1994, Περίπατοι στην Αθήνα και την Αττική, Κέδρος, Αθήνα

Goette, H. R. 2001, Athens, Attica and the Megarid, Routledge, NY.

Ευχαριστούμε θερμά την κα Τσάλκου, αρχαιολόγο της Γ΄ ΕΠΚΑ για τις πληροφορίες που μας έδωσε.

Β. Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική

Ο τύπος του σπιτιού που είναι πολύ συνηθισμένος στα παραδοσιακά Μέγαρα και ο οποίος προκύπτει από τον διπλασιασμό του χώρου κατοικίας, αφορά χρήστες που δεν είχαν σχέση με οικόσιτη κτηνοτροφία, ακόμα και με την αγροτική ζωή, ή αγρότες που απομάκρυναν τα σχετικά με την παραγωγή (ζώα και καρπούς) σε ιδιαίτερους χώρους στην αυλή. Είναι χαρακτηριστικό πως ήταν διαδεδομένος κυρίως στα αστικά κέντρα. Τα παλιά σπίτια στα Μέγαρα τα έκαναν στενόμακρα, με δωμάτια το ένα δίπλα στο άλλο συνδεόμενα με κοινή εσωτερική θύρα ανά δύο μεταξύ τους, με μήκος οκτώ με δέκα μέτρα και πλάτος τριάμισι μέτρα. Οι τοίχοι είχαν φάρδος μισό μέτρο και ύψος δύο μέτρα και ογδόντα εκατοστά ως τρία μέτρα και τους έφτιαχναν από πέτρες και λάσπη. Για τις γωνίες χρησιμοποιούσαν πουρόπετρες (πωρόλιθο), επειδή πελεκούνταν εύκολα. Κατά το χτίσιμο άφηναν τρία με τέσσερα παράθυρα μικρά. Οι τοίχοι βάφονταν με ασβέστη.

Λαϊκό Νεοκλασικό Σπίτι Μεγάρων

Καμαρόσπιτο                                                                                                 

Αρχιτεκτονική Καμαρόσπιτου

Το καμαρόσπιτο ανήκει, ως είδος σπιτιού στα ισόγεια μακρόσπιτα  ή ‘’μακρινάρια’’ με τη δίρρηχτη στέγη. Από την πιο απλή του μορφή ως την πιο σύνθετη, εξωτερικά, δε διαφέρει σε τίποτα από τα σπίτια του είδους του με τα οποία συνυπάρχει στους οικισμούς.
Το καμαρόσπιτο είναι οπωσδήποτε ισόγειο. Το πέτρινο τόξο κτίζεται πάντα στον κύριο χώρο ζωής του σπιτιού και λόγω βάρους  δεν επιτρέπει τη δημιουργία άλλου χώρου κάτω από αυτό. Ο βασικός ρόλος του είναι να στηρίζει και όχι να στηρίζεται. Το πέτρινο τόξο εφαρμόζεται σε κτίσμα με ορθογωνική κάτοψη και σε τέτοια θέση, ώστε να το διαιρεί σε δυο παράλληλους, ίσου μήκους και περίπου ίσου πλάτους, επιμήκεις χώρους. Στην πράξη, ο χώρος που προκύπτει είναι επιμερισμένος, αλλά διατηρεί την ενότητά του. Η καμάρα καταλαμβάνει το κέντρο περίπου του κατά μήκος άξονα της κάτοψης. Μέσω τοίχων αριστερά και δεξιά του τόξου που προεκτείνονται στο ίδιο κατακόρυφο επίπεδο μέχρι τους πλαϊνούς εξωτερικούς δημιουργούνται ένας τετράγωνος, αλλά και τέσσερις ορθογώνιοι χώροι, τα φουντιά, στον κεντρικό χώρο. Στο μπροστινό τμήμα, που είναι συνήθως το πλατύτερο, ανοίγεται η είσοδος προς το μέσο του εξωτερικού τοίχου, καθώς και το μικρό παράθυρο. Στη σκεπή έβαζαν πατερά (δοκούς), κομμένα από πεύκα ή έλατα, τα οποία έκοβαν συνήθως τον Αύγουστο, για να μη σαπίζουν. Σε κάθε μέτρο της σκεπής τοποθετούσαν δύο με τρία πατερά και τα σκέπαζαν από πάνω ή με καλάμια ή με φούλες (σχίζες) από δέντρα. Από πάνω έβαζαν βούρλα, αλειμμένα με κόκκινη λάσπη, και αμέσως μετά λασπώδες άσπρο χώμα, την μπουρτζουλάνα, από βαρκοχώραφα, η οποία γυαλίζει και είναι αδιάβροχη.
Η σκεπή είχε πάχος σαράντα με πενήντα πόντους, ήταν επίπεδη με ελαφρά κλίση, περίπου 3%, για να φεύγουν τα βρόχινα νερά και γύρω – γύρω είχε τα ξυστρακυλώματα, για να μη «γλύφουν» οι τοίχοι νερά. Όλη η σκεπή λεγόταν λιακωτό κι έμοιαζε με τη σημερινή ταράτσα. Στις μεγάλες αυλές τους έχτιζαν και βοηθητικούς χώρους: αποθήκες, αχυρώνες, πλυσταριό, αποχωρητήριο, κοτέτσι, φούρνο. Τις αυλές τους τις έκλειναν με μαντρότοιχους, κι άφηναν μπροστά μεγάλες πόρτες, για να μπαίνουν εύκολα τα κάρα και τα φορτωμένα ζώα.

Καμαρόσπιτο των Μεγάρων
Καμαρόσπιτο των Μεγάρων

Καμαρόσπιτο στα Μέγαρα

Τρόπος διευθέτησης των λειτουργιών στο Καμαρόσπιτο

Η διάταξη του χώρου στο καμαρόσπιτο πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες να διευθετηθούν μέσα σε αυτόν οι συσσωρευμένες λειτουργίες του αγροτικού μονόσπιτου με την τριμερή σύσταση: άνθρωποι, ζώα, καρποί συνυπάρχουν σε έναν χώρο και βρίσκουν τη δική τους θέση σε σχετικά αυτόνομους επιμέρους. Κάθε τμήμα, λοιπόν, μπορεί να επιτελέσει ξεχωριστή λειτουργία και επιπλέον είναι εύκολο να απομονωθεί από τα υπόλοιπα έτσι, ώστε να λειτουργήσει εντελώς αυτόνομα. Στο εξωτερικό τμήμα που είναι και το φωτεινότερο και έχει άμεση πρόσβαση στον έξω χώρο οι λειτουργιές είναι οι καθημερινές και χαρακτηρίζονται από την κίνηση: μαγείρεμα, είσοδος και έξοδος ανθρώπων. Στο μέσα τμήμα, το οποίο είναι σκοτεινότερο, ο ύπνος, η αποθήκευση της εποχιακής παράγωγης των τροφίμων των ζωοτρόφων είναι μερικές από τις λειτουργίες. Ως προς τον εγκάρσιο άξονα η κατανομή γίνεται σύμφωνα με τις βασικές λειτουργικές συνιστώσες του αγροτικού σπιτιού: στη μέση ο χώρος ζωής για τα μέλη της οικογενείας , η υποδοχή, το φαγητό, ο ύπνος. Αριστερά τα ζωντανά και η τροφή τους. Δεξιά η σοδιά και το μαγείρεμα. Την ορθολογιστική αυτή κατανομή των λειτουργιών υιοθετούν όλα τα δείγματα των σπιτιών αυτού του τύπου.

Καμαρόσπιτο στα Μέγαρα

Ναοδομία

Σημαντικό κεφάλαιο της Αρχιτεκτονικής των Μεγάρων υπήρξε η Ναοδομία. Οι μικρές παλιές εκκλησίες, που έχουν διαμορφωθεί στον τύπο της απλής ορθογωνικής βασιλικής (με την ταπεινή τους μορφή τις μικρές διαστάσεις τους σχετικά μικρούς περιμετρικούς επιχρισμένους τοίχους με τη δίρρηχτη στέγη) μοιάζουν πολύ με  μικρόσπιτα  της περιοχής. Η παρεμβολή των τόξεων που μένουν ελεύθερα δεν επηρεάζει την κάτοψη, αλλά βοηθά στον νοητό χωρισμό του χώρου σε τμήματα που άλλωστε εξυπηρετεί το συνηθισμένο εκκλησιαστικό τυπικό (πρόναος, ναός, ιερό). Ταυτόχρονα η παράλληλη διαδοχή τους δίνει μια ρυθμική ποικιλία στον κατά μήκος άξονα και η θέση της εισόδου στην μικρή πλευρά επιτείνει την σε βάθος δρομική διάταξη του χώρου. 

Άγιος Αθανάσιος Μεγάρων
Αη Γιάννης Μεγάρων
Το εκκλησάκι της Υπαπαντής

Βιβλιογραφία

Δημητσάνου-Κρεμέζη, Α. (1986). Το Καμαρόσπιτο της Αττικής. Αυτοέκδοση Αθήνα.

Κωστή Α. (2005). Μουσείο Ψωμιού στα Μέγαρα. Αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία στο πλαίσιο του ΠΜΣ '' Μουσειακές Σπουδές'' , ΕΚΠΑ.