Λαϊκός πολιτισμός
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 

                                  Έθιμα και παραδόσεις στα Μέγαρα

Έθιμα στον κύκλο της ζωής

Η νεολαία των Μεγάρων ήταν απόλυτα πιστή στα έθιμα του τόπου της ακόμα και για το πώς θα γνωρίσουν το ταίρι τους. Όταν οι  κοπέλες μεγάλωναν και έφταναν σε ηλικία γάμου, φορούσαν, όσο ακόμα ήταν ελεύθερες, ζώστρα, για να δείχνουν τη νεότητα και την ελευθερία τους. Η ενδυμασία των γυναικών είχε να κάνει με την οικονομική άνεση της οικογένειας. Κατά την παράδοση, η ποδιά και η τραχηλιά είχαν σχέση με τη συμπεριφορά της γυναίκας. Στην καθημερινότητά τους οι γυναίκες φορούσαν τον καπλαμά, ενώ οι άνδρες, επηρεασμένοι από τα εργατικά τους ρούχα, χρησιμοποιούσαν παντελόνια, εκτός από την ημέρα του γάμου, όπου φορούσαν την παραδοσιακή μεγαρίτικη ανδρική φορεσιά (για την παραδοσιακή ενδυμασία των Μεγάρων βλ. παρακάτω).


Τύποι δεσίματος μαντηλιών


Αρραβώνας

Ο αρραβώνας ήταν και είναι στα Μέγαρα μια επίσημη υπόσχεση ανάμεσα σε δύο νέους. Οι πολιτιστικές και κοινωνικές σχέσεις παλιά ήταν περιορισμένες και αυστηρές και οι νέοι των αντίθετων φύλων (20-25 ετών περίπου) απαγορευόταν να μιλούν μεταξύ τους, να εκδηλώνουν τα αισθήματά τους και να αναπτύσσουν φιλικούς και ερωτικούς δεσμούς. Για το λόγο αυτό την επιμέλεια και τη φροντίδα ενός νέου άντρα για τον αρραβώνα την αναλάμβανε ο πατέρας του, ο οποίος  ύστερα  από συζητήσεις ανέθετε σε έναν προξενητή να ζητήσει σε γάμο από τον πατέρα της κάποια κοπέλα για το γιο του. Ο προξενητής έπρεπε να είναι έξυπνος, διπλωμάτης , επιτήδειος, ετοιμόλογος και καταφερτζής, για να πετύχει το προξενιό -με το αζημίωτο ασφαλώς. Αν ύστερα από σχετικές συναντήσεις με τον πατέρα της κοπέλας, ο προξενητής κατάφερνε να αποσπάσει τη συγκατάθεσή του, έφερνε σε επαφή τους δύο μέλλοντες συμπεθέρους για τις διαπραγματεύσεις. Την ημέρα των αρραβώνων, που ήταν συνήθως Κυριακή ή γιορτή, συγκεντρώνονταν στο σπίτι της κοπέλας οι στενοί συγγενείς κι έγραφαν  το "ξωφύλλι" (προικοσύμφωνο) με όλες τις λεπτομέρειες της προίκας. Τοποθετούσαν το ξωφύλλι σ’ ένα δίσκο στρωμένο με "καλαμάτα" (μεταξωτό μαντήλι), έβαζαν επάνω  ένα δίσκο ασημένιο φλουρί, κουφέτα, ρύζι και τα πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί μετά τα καλωσορίσματα, τα κεράσματα και τις ευχές, διάβαζαν το ξωφύλλι και, αν συμφωνούσαν με όσα έγραφε, έριχναν και οι συγγενείς  του γαμπρού λουλούδια και κουφέτα στο δίσκο, έπιναν ακόμη ένα-δύο κρασάκια για τα καλορίζικα και όλοι μαζί γύριζαν στο σπίτι της κοπέλας, όπου γίνονταν οι επίσημοι πλέον αρραβώνες.  Οι νύφες μετά τον αρραβώνα έπρεπε να δείξουν πόσο καλές νοικοκυρές ήταν στην πεθερά τους˙  γι' αυτό της πρόσφεραν βοήθεια στις οικιακές εργασίες. Όταν η νύφη πήγαινε για πρώτη φορά να βοηθήσει την πεθερά της, η τελευταία ετοίμαζε ψάρια ή κρέας ή κότα και μια κουλούρα και τα έστελνε στη νύφη ως ανταπόδοση. Το ίδιο γινόταν και όταν ο γαμπρός βοηθούσε τον πεθερό του. Τη συνήθεια αυτή την ονόμαζαν στα Μέγαρα "φιλία". Το τραπέζι του αρραβώνα δεν είχε κάποια ιδιαιτερότητα κι εξαρτιόταν από την οικονομική κατάσταση  του σπιτιού. Το επιδόρπιο κυρίως ήταν κάτι εξαιρετικό, αφού έφτιαχναν μεγαρίτικες συνταγές, όπως  μπουμπάρια και δίπλες.

Δώρα του γαμπρού και της πεθεράς προς τη νύφη.

Ιδιαίτερη σημασία για τον αρραβώνα είχε το έθιμο του Μάη, που είναι πανάρχαιο και δεν το συναντάμε σε κανένα άλλο  μέρος της Ελλάδας. Όλη η αρχοντιά του βρίσκεται στην απλότητά του… Το έθιμο αυτό τελείται την παραμονή της πρωτομαγιάς, το απόγευμα. Παραδοσιακά, λοιπόν, η μέλλουσα νύφη τον πρώτο χρόνο του αρραβώνα πηγαίνει δώρα στην οικογένεια του γαμπρού. Στην πεθερά χαρίζει μια κουλούρα, αυγά και κουλούρια. Στον αρραβωνιαστικό δίνει ένα λουλουδένιο στεφάνι και στον πεθερό κρασί.    

Η κουλούρα στο έθιμο του Μάη
                                

Το στεφάνι που δωρίζεται στο μνηστήρα είναι πραγματικά ένα έργο τέχνης, αφού περικλείεται με άσπρες  βιολέτες ή γαρύφαλλα πλεγμένα μεταξύ τους σε περίτεχνα σχέδια. Ακόμα και η κουλούρα της πεθεράς είναι ένα κομψοτέχνημα -γι' αυτό άλλωστε και δεν τρώγεται. Είναι φτιαγμένη από άζυμο άρτο, στολισμένη με περδικούλες, αμπελόφυλλα, σταφυλάκια ή άλλα παρόμοια σχέδια από το ίδιο υλικό από το οποίο φτιάχνεται και η κουλούρα. Το κρασί του πεθερού είναι σπιτικό και το μεταφέρει ένα αγόρι, του οποίου οι γονείς ζουν και οι δύο. Το μπουκάλι που το περιέχει το κλείνουν με δύο ή τρία γαρύφαλλα. Ο πεθερός πρέπει να επιστρέψει το μισό κρασί στον πατέρα της νύφης κερνώντας τον.  Όλα τα δώρα μεταφέρονται με πομπή από το σπίτι της νύφης. Σε αυτήν συμμετέχουν φίλες, αλλά μόνο η νύφη είναι ντυμένη με τα κατηφένια, την παραδοσιακή επίσημη γυναικεία φορεσιά των Μεγάρων. Στο σπίτι του γαμπρού κρεμούν το στεφάνι σε ένα φανερό μέρος και έπειτα ο γαμπρός δίνει στη νύφη χρήματα, ενώ η πεθερά την κερνά σπιτικές λιχουδιές. Το έθιμο τηρείται ακόμη και σήμερα με το ίδιο περίπου τυπικό, με τη διαφορά ότι οι κοπέλες περνούν και από την κεντρική πλατεία της πόλης, όπου έχει συγκεντρωθεί κόσμος και ο δήμαρχος βραβεύει τον καλύτερο "Μάη".

Πηγαίνοντας στο σπίτι του γαμπρού
Κοπέλες στο σπίτι του γαμπρού

   

Οι γυναίκες στο έθιμο του Μάη (Πηγή: Μώλος, Θ.)

Γάμος

Οι περισσότεροι Μεγαρίτες επέλεγαν να παντρεύονται Κυριακές, αλλά οι προετοιμασίες για το γάμο άρχιζαν από την Τετάρτη. Αρχικά, ο γάμος γινόταν στο σπίτι της νύφης. Έπειτα αυτό άλλαξε και ο γαμπρός πήγαινε στο σπίτι της νύφης, την έπαιρνε και πήγαιναν μαζί στην εκκλησία με τη συνοδεία συγγενών και υπό τους ήχους οργάνων, όπως το βιολί, το σαντούρι, το λαούρι ή ούρι. Στη διαδρομή σταματούσαν στα σταυροδρόμια κι έπιαναν το χορό όλοι μαζί. Ο χορός αυτός είναι γνωστός ως "καρσιλαμάς". Αργότερα, υπήρξε εξέλιξη αυτού του εθίμου και τελικά συμμετείχαν και τραγουδιστές. 

Πομπή γάμου (Πηγή: Μώλος, Θ.)

Λίγα χρόνια αργότερα πρώτη στην εκκλησία πήγαινε η  μητέρα του γαμπρού για να δώσει δώρα στο ιερέα, που θα τελούσε το μυστήριο, όπως κρασί, ένα ποτήρι μέλι με αμύγδαλα και μια κουλούρα (μικρό ψωμί στολισμένο). Επιπλέον γυναίκες μαζεύονταν στο σπίτι του γαμπρού κι έφτιαχναν με μεγάλη επιμέλεια μια μεγάλη κουλούρα για τον κουμπάρο.

Γέννηση                  

Προορισμός του ανθρώπου ήταν και είναι να παντρευτεί, να  δημιουργήσει  οικογένεια και να αφήσει απογόνους (διαιώνιση του είδους). Παλιά, όταν μια γυναίκα παντρευόταν και σε λίγο καιρό έμενε έγκυος, καθώς προχωρούσε η εγκυμοσύνη οι γριούλες παρατηρούσαν την κοιλιά της "γκαστρωμένης" και αν ήταν λ.χ. στρογγυλή προμάντευαν ότι θα γεννούσε αγόρι, αν ήταν κάπως επίπεδη και στο πρόσωπό της είχε πανάδες θα γεννούσε κορίτσι. Επίσης, πίστευαν ότι αν μια μητέρα γεννούσε αγόρι στη χάση του φεγγαριού το δεύτερο παιδί της θα ήταν κορίτσι και στη γέμισή του το αντίθετο. Στην έγκυο, οι οικείοι και συγγενείς εύχονταν "καλή λευτεριά", και της πρόσφεραν φαγητά, τα οποία έπρεπε να δοκιμάζει χωρίς ντροπή.

Παράλληλα, όσες γυναίκες δεν έκαναν παιδιά και ήθελαν να αποκτήσουν, εξετάζονταν σε γιατρούς, πήγαιναν στα λουτρά, εφάρμοζαν πρακτικά γιατροσόφια και πολλές κατέφευγαν στη θεϊκή δύναμη και βοήθεια ("θεοτικά"). Έτσι, συνήθιζαν να πηγαίνουν  ξυπόλητες στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Μακρινού, βαδίζοντας ορισμένη απόσταση με τα γόνατα, προσευχόμενες με πίστη και κατάνυξη να τους χαρίσει ο Άγιος παιδί. Αν κατά καλή τύχη γεννούσαν παιδί το έταζαν στη χάρη του Αγίου, το άφηναν μπροστά στην εικόνα του και όποιος το έπαιρνε πρώτος στην αγκαλιά του γινόταν ανάδοχος.  

Βάφτιση 

Όταν οι γονείς αποφάσιζαν να βαφτίσουν  το παιδί τους  και να το βάλουν  στο δρόμο  του θεού, ειδοποιούσαν  τον ανάδοχο (νονό) ότι την καθορισμένη ώρα  και ημέρα θα γινόταν η βάφτιση. Ο ανάδοχος αγόραζε τα βαφτιστικά ρούχα, κεριά, σαπούνι, λάδι, λαδόπανο, σταυρουδάκια και μπομπονιέρες. Οι γονείς προσκαλούσαν τους συγγενείς και φίλους μ’ ένα "κατσουλέρι "(κεντημένη κουλουρίτσα) να παρευρίσκονται στα βαφτίσια, ενώ παράλληλα ειδοποιούσαν τον παπά κι εκείνος με τη σειρά του έδινε εντολή στον "κλησάρη" (νεωκόρο) να ετοιμάσει το χλιαρό νερό για την κολυμβήθρα κι όλα τα απαραίτητα.

Θάνατος

Βιώνοντας τα χαρμόσυνα γεγονότα στον κύκλο της ζωής ο Μεγαρίτης γαλουχημένος στην παράδοση που κρατά από τα αρχαία χρόνια και ζώντας κοντά στο θεό σε μια κοινωνία που έμενε πιστή στις ρίζες της δεν μπορούσε παρά και στο τέλος της ζωής του να παραμένει πιστός στην παράδοση.

Η επιστήμη της ιατρικής παλιά βρισκόταν στα σπάργανα και οι λίγοι πρακτικοί γιατροί, λόγω άγνοιας, έδιναν λανθασμένες συμβουλές στους αρρώστους, με αποτέλεμα να πεθαίνουν πολλοί άνθρωποι από ακατάλληλη θεραπεία. Σ’ έναν βαριά άρρωστο πήγαιναν οι συγγενείς και φίλοι και του έδιναν κουράγιο στις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Όταν ο ασθενής καταλάβαινε το τέλος του και είχε ακόμη τις αισθήσεις και την ομιλία του, καλούσε τους οικείους και τους έδινε  τις τελευταίες συμβουλές , παραγγελίες , οδηγίες και επιθυμίες του, ενώ από τους εχθρούς του ζητούσε την ειλικρινή συγχώρεση.

Μοιρολογίστρες έρχονταν να κλάψουν το νεκρό, δίνοντάς του δώρα για τους δικούς τους νεκρούς, που επρόκειτο να συναντήσει.

                                                  "Οι γιουνάιτσες πάνε ένα πορτοκάλι στον πεθαμένο για να το δώσει στον δικό τους πεθαμένο, για δώρο .

                                                                                                          -Πω,πω,πω,πω ετσεί που πάειειεις,

                                                                                                         Γιώργη μου λεεε, τσοίτα να βρείειεις

                                                                                                         τσαίαιαι το παιδί μας,τσαι πεεες του

                                                                                                                 δεεεν τοο νταγιαντώ λεεε,

                                                                                                                    να μείνω έεερμηηη

                                                                                                        στον κόσμο τούτοοο...πω,πω,πω λεεε."

                                                                                                                  (Πηγή: Μώλος, Θ.)

Έθιμα στον κύκλο του χρόνου

Το Δωδεκαήμερον

Οι Μεγαρίτες πίστευαν πολύ σε δεισιδαιμονίες και έτσι την περίοδο κατά το Δωδεκαήμερο δεν κλάδευαν τα αμπέλια, δεν έκοβαν τα δέντρα, δεν έπλεναν, δεν έκοβαν ρούχα με το ψαλίδι, δεν λούζονταν, για να μην πέσουν τα μαλλιά τους και γενικά δεν έκαναν βαριές δουλειές, γιατί το είχαν σε κακό!

Παραμονή των Χριστουγέννων όλοι έκαναν δουλειές και ετοιμάζονταν για την επομένη. Οι γυναίκες ζύμωναν τα χριστόψωμα και τις κουλούρες, οι οποίες είχαν αυγά και καρύδια από πάνω, έφτιαχναν άλλα γλυκά και ετοίμαζαν το σπίτι τους. Τα αγόρια έβγαιναν από νωρίς το χάραμα και τραγουδούσαν τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι.

Τα Χριστούγεννα πήγαιναν όλοι στην εκκλησία από πολύ νωρίς φορώντας τα γιορτινά τους ρούχα. Οι άντρες και τα αγόρια φορούσαν τις φουστανέλες και τις πουκαμίσες, ενώ οι γυναίκες φορούσαν τα φουστάνια με τα ζιπούνια και τα κορίτσια τους καπλαμάδες. Στο τέλος της λειτουργίας όλος ο κόσμος κοινωνούσε, έπαιρναν ο καθένας το ύψωμά του και γύριζαν στο σπίτι τους χαρούμενοι. Το μεσημέρι έτρωγαν, έπιναν και τραγουδούσαν με χαρά.

Την παραμονή του Αγίου Βασιλείου τα αγόρια έβγαιναν νωρίς το ξημέρωμα για να πουν τα κάλαντα. Οι γυναίκες ζύμωναν τη βασιλόπιτα και τις κουλούρες τις οποίες στόλιζαν πολύ όμορφα. Αργά το βράδυ  ετοίμαζαν το προζύμι με το οποίο θα έφτιαχναν το επόμενο πρωινό τις "κατσούμπλες" (λουκουμάδες). Το ξημέρωμα της πρωτοχρονιάς στα Μέγαρα λίγοι κοιμούνταν. Οι γυναίκες από τις τέσσερις η ώρα το χάραμα άρχιζαν να τηγανίζουν. Λέγεται μάλιστα πως η τσίκνα από το λάδι των "νταβάδων", ειδικών σκευών για τους λουκουμάδες, "έκαμε σύννεφο" πάνω από τα Μέγαρα. Οι γυναίκες έφτιαχναν με πολύ προσοχή τις κατσούμπλεςι ώστε να τους γίνουν όσο το δυνατό πιο στρογγυλές, γιατί αλλιώς θα τις σχολίαζαν πως δεν τις πέτυχαν. Ύστερα τα παιδιά έτρεχαν πάνω κάτω ανταλλάζοντας πιάτα με κατσούμπλες. Το μεσημέρι έστρωναν επίσημο τραπέζι. Πριν αρχίσουν το φαγητό η μητέρα έπαιρνε την βασιλόπιτα και πήγαινε σε μια γωνία του δωματίου από όπου την κυλούσε προς την άλλη γωνία λέγοντας  "Ή στάρι ή κριθάρι". Αν η βασιλόπιττα έπεφτε  από την ίσια πλευρά, έλεγαν ότι θα κάνουν πολύ σιτάρι, αν έπεφτε από την ανάποδη θα έκαναν πολύ κριθάρι.

Την παραμονή των Φώτων (5 Ιανουαρίου) τα χριστιανικά σπίτια και μαγαζιά επισκεπτόταν ο ιερέας της ενορίας για να "αγιάσει", δηλαδή να ραντίζει με αγιασμό, όλους τους χώρους. Την ημέρα των Θεοφανίων γίνεται ο αγιασμός των υδάτων στη θάλασσα. Ο ιερέας ρίχνει το σταυρό μέσα στο νερό τρεις φορές και την τρίτη πέφτουν οι "βουτηχτάδες", για να τον πιάσουν. Θεωρείται πολύ καλό γι’ αυτόν που θα πιάσει το σταυρό. Τα παλιότερα χρόνια ο βουτηχτής αυτός γύριζε στα σπίτια και τα καφενεία της πόλης δείχνοντας το σταυρό που έπιασε και οι κάτοικοι του έδιναν χρήματα ως δώρο.

Οι Απόκρεω

Από την μέρα που άνοιγε το Τριώδιο έως την Καθαρά Δευτέρα κάθε βράδυ στις γειτονιές άναβαν φωτιές γύρω από τις οποίες χόρευαν. Οι άντρες και τα αγόρια μασκαρεύονταν. Επίσης πήδαγαν πάνω από τις φωτιές "για το καλό". Τα φαγητά τα οποία έτρωγαν εκείνες τις μέρες ήταν συνήθως τα λεγόμενα "μπουρέτσια" και οι "γαλόπιτες". Το μπουρέτσι ήταν φαγητό που το μαγείρευαν σε εξαιρετικές περιπτώσεις χαράς.  Χρησιμοποιούσαν το ζωμό από το βρασμένο αρνί για να κάνουν με αλεύρι και αυγά χυλό, μέσα στον οποίο έριχναν το κρέας κομμένο σε μικρά κομματάκια. Το μείγμα το έβαζαν σε ταψί με ανοιγμένα φύλλα, τα οποία έκλειναν και στην επάνω πλευρά. Η γαλόπιτα μοιάζει με το γνωστό σε όλους γαλακτομπούρεκο, αλλά δεν είναι σιροπιαστή.

Την περίοδο αυτή οι Μεγαρίτες έτρωγαν πολύ κρέας, σχεδόν κάθε μέρα, και πήγαιναν ο ένας στο σπίτι του άλλου, όπου έκαναν μικρά γλέντια με τραγούδια και χορό. Την Τρίτη εβδομάδα του Τριωδίου, δηλαδή την εβδομάδα της Τυρινής, κανείς δεν έτρωγε κρέας. Οι γυναίκες έφτιαχναν μακαρούνια, όπως λέγονται, με το χέρι πάνω στο σοφρά, χαμηλό και μικρό τραπέζι, και τα έτρωγαν με τριμμένο κεφαλοτύρι ή μυζήθρα.

Την Κυριακή της Τυρινής όλος ο κόσμος διασκέδαζε. Άπαντες είχαν κανονίσει πού θα πήγαιναν να "αποκρέψουν". Όλοι τους έφερναν φαγητά, γαλόπιτες,  γιαούρτια, αυγά και γλυκίσματα, που ήταν όλα αρτύσιμα και έπρεπε να καταναλωθούν μέχρι εκείνο το βράδυ. Τα αποκριάτικα τραγούδια και οι χοροί έδιναν και έπαιρναν, ενώ οι μασκαρεμένοι προκαλούσαν τα γέλια.

Την Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη της Πρωτονήστιμου, της Καθαρής εβδομάδας, οι αρραβωνιασμένες πήγαιναν στις πεθερές και οι κουμπάρες στις νονές, τις "τριμερόπιτες". Οι τριμερόπιτες ήταν κουλούρες ψωμιού μελωμένες και στολισμένες με σχέδια από ζυμάρι. Οι γυναίκες αυτές φορούσαν την καλή μεγαρίτικη φορεσιά, έπαιρναν τα πανέρια στα χέρια  τους και δίπλα τις ακολουθούσε ένα αγόρι κρατώντας μια μποτίλια κρασί. Ο κόσμος και κυρίως οι άλλες κοπέλες κοίταζαν αν η τριμερόπιτα ήταν καλή ή αν η κοπέλα ήταν ωραία ντυμένη. Ύστερα μόλις έφτανε στο σπίτι της πεθεράς ή της νονάς γέμιζαν το πανέρι με φιλοδωρήματα.

Το Πάσχα

Μετά την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής οι Μεγαρίτες μπαίνοντας στην τελική ευθεία για το Άγιο Πάσχα τελούσαν πολλά έθιμα τα οποία μένουν ζωντανά μέχρι και σημερά.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα ο κόσμος δούλευε κανονικά στα αμπέλια και στα χωράφια, όμως κάθε βράδυ όλοι πήγαιναν στην εκκλησία για να παρακολουθήσουν τις αγρυπνίες.

Τη Μεγάλη Τετάρτη οι γυναίκες πήγαιναν στην εκκλησία αλεύρι για το ευχέλαιο το οποίο γινόταν το απόγευμα. Από αυτό το αλεύρι οι γυναίκες έφτιαχναν το προζύμι την Μεγάλη Πέμπτη, το οποίο διατηρούσαν για όλο το χρόνο. Στις μέρες μας το προζύμι αυτό το φτιάχνουν οι γυναίκες στην εκκλησία βράζοντας σε νερό τα αποξηραμένα λουλούδια του περσινού επιταφίου, δενδρολίβανο και βασιλικό από της Σταυροπροσκυνήσεως και τα βάγια από την Κυριακή των Βαΐων. Ύστερα προσθέτουν στο αλεύρι λίγο-λίγο από το ευλογημένο αυτό ζουμί και το ζυμώνουν. Αυτό φουσκώνει μόνο του χωρίς μαγιά χάρη στην ευλογία των λουλουδιών. Οι προετοιμασία του γίνεται από την Μεγάλη Δευτέρα το απόγευμα και το ζυμώνουν κάθε μέρα μέχρι την  Μεγάλη Πέμπτη το πρωί που το μοιράζουν στις νοικοκυρές.

Τη Μεγάλη Πέμπτη και το Μεγάλο Σάββατο ζύμωναν  χριστόψωμα και  κουλούρες. Τα χριστόψωμα και τις κουλούρες τα έλεγαν "θερία". Επίσης την Μεγάλη Πέμπτη οι Μεγαρίτισσες έβαφαν κόκκινα αυγά. Η σημασία του κόκκινου χρώματος είναι διπλή. Συμβολίζει το αίμα του Χριστού αλλά και την χαρά της Ανάστασης. Το ένα από τα κόκκινα αυγά που το γέννησε μαύρη κότα το έβαζαν στο εικονοστάσιο του σπιτιού και το φύλαγαν όλο το χρόνο για το καλό. Την βαφή των αυγών την έχυναν την ίδια μέρα ή ύστερα από 40 ημέρες. Την νύχτα της Μ. Πέμπτης οι γυναίκες ξενυχτούσαν στην εκκλησία το Χριστό, ανάβοντας  τρία κεριά στο σταυρό του, ένα στο κεφάλι και δύο στα χέρια, τα οποία μόλις καίγονταν μέχρι την μέση τα έσβηναν και έβαζαν άλλα. Αυτό γινόταν μέχρι το πρωί της Μ. Παρασκευής. Τα μισοκαμένα κεριά τα κρατούσαν.

Τη Μεγάλη Παρασκευή άρχιζαν από το ξημέρωμα να χτυπούν οι καμπάνες των ενοριών πένθιμα όλη μέρα. Οι κοπέλες πήγαιναν από νωρίς στην εκκλησία για να στολίσουν τον Επιτάφιο. Τη νύχτα γινόταν η περιφορά του Επιταφίου στους δρόμους της συνοικίας, ενώ τα κορίτσια που ήταν μαυροφορεμένα, παρίσταναν τις μυροφόρες και έψελναν τα άγια πάθη. Εάν διασταυρώνονταν οι Επιτάφιοι ο κόσμος πρόσεχε ποιος είναι καλύτερος από τον άλλο. Το ίδιο συμβαίνει μέχρι τώρα. Ύστερα από 40 ημέρες ξεστόλιζαν τον επιτάφιο και έπαιρναν τα λουλούδια και τα κεριά. Σήμερα τον Επιτάφιο τον ξεστολίζουν μετά από 7 ημέρες ή την ίδια μέρα. Τα λουλούδια και τα κεριά της Μ. Παρασκευής, μαζί με τα κεριά της Μ. Πέμπτης, τα χρησιμοποιούσαν ως φυλαχτά για πονοκεφάλους, ενώ οι ναυτικοί άναβαν τα μισοσβησμένα κεριά στις θαλασσοταραχές για να κοπάσουν οι φουρτούνες και να σωθούν. Επίσης τη Μεγάλη Παρασκευή οι κάτοικοι πήγαιναν στο νεκροταφείο, άναβαν κεριά και μοιρολογούσαν. 

Τη νύχτα του Πάσχα όλοι πήγαιναν στην εκκλησία. Αφού άρχιζε ο όρθρος της Αναστάσεως, ο κόσμος και οι ιερείς έβγαιναν έξω από τον ναό και μόλις άκουγαν το "Χριστός Ανέστη" έριχναν ένα σορό βαρελότα.

Την Δευτέρα του Πάσχα έφηβοι και παιδιά έβγαιναν στις γειτονιές σχηματίζοντας ομάδες των δέκα περίπου ατόμων και έλεγαν τα "ρουσάλια". Πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και  χόρευαν τραγουδώντας στις αυλές ή στη μέση του δρόμου. Έπαιρναν ένα μακρύ κοντάρι και στην άκρη του έφτιαχναν ένα λουλουδένιο σταυρό. Αυτόν το σταυρό τον κρατούσε ο πρώτος του χορού ενώ ο τελευταίος,ο λεγόμενος "Σαχανατάρης", κρατούσε ένα καλάθι μέσα στο οποίο ο κόσμος έβαζε κάποιο καλούδι ή χρήματα. Το έθιμο αυτό τελείται μέχρι και σήμερα και είναι ιδιαίτερα γνωστο ως μοναδικό στον Ελλαδικό χώρο.

Τα Ρουσάλια

Το τραγούδι είναι το εξής:

Καλως σ' ήβραμε αφέντη,

άρχοντά μου τσε λεβέντη

Να τα πούμε τα Ρουσάλια ,

πέστε τα βρε παλικάρια

Να στα πούμε σένα πρώτα,

που σε ήβραμε στη πόρτα

Τσ'εξ υστέρου της κυράς μας

τσε της ρουσοπέρδικάς μας

Κάτω σ'ένα περιβόλι ,

δάφνη τσε μηλιά μαλώνει

Δάφνης πήρα εγώ κλωνάρι,

να με πάρει το ποτάμι

Να με πάει δύση-δύση,

κάτω στην γιαλέρνια βρύση

Όπου πλένουν οβριοπούλες,

καματίζουν τουρκοπούλες

Βάλε το δεξί σου χέρι,

μες στην αργυρή σου τσέπη

Βγάλε το εικοσιπεντάρι,

δος το του σαχανατάρη

Να σας πούμε Χριστός Ανέστη

Που ετάφη τσε ανέστη!!!


Τα ρουσάλια

Την Τρίτη του Πάσχα γιορτάζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χορευταράς. Τότε όλος ο κόσμος πήγαινε στην πλατεία, όπου βρίσκεται το εκκλησάκι του, για να δουν τον περίφημο "χορό της Τράτας". Εκείνη την ημέρα στα Μέγαρα ερχόταν κόσμος από πολλά μέρη για να θαυμάσουν το ωραίο αυτό έθιμο, καθώς και για να γλεντήσουν. Γύρω γύρω από την πλατεία υπήρχε παζάρι το οποίο άρχιζε από την προηγούμενη μέρα και τελείωνε το βράδυ της Τρίτης. Οι κοπέλες οι οποίες χόρευαν φορούσαν τα κατιφένια. Όταν χορεύεται η Τράτα στο πίσω μέρος του χορού είναι μαζεμένες όλες οι καλλίφωνες γυναίκες οι οποίες αποτελούν τον χορό ή "κόρο" και τραγουδούν δυνατά, για να ακούν  οι πρώτες που χορεύουν. Και αυτό το έθιμο διατηρείται ζωντανό μέχρι σήμερα.


Μάιος

Την πρωτομαγιά οι γυναίκες ζύμωναν τα κουλουράκια του Μάη. Οι αρραβωνιασμένες συνήθιζαν να πηγαίνουν τον Μάη στην πεθερά, ενώ το Μάη μήνα δεν παντρεύονταν γιατί το είχαν σε κακό.

Ιούνιος

Τον Ιούνιο γιόρταζαν τα γενέθλια του Προδρόμου. Από την παραμονή το βράδυ οι κοπέλες καταγίνονταν με τον "Κλήδονα, ένα έθιμο κατά το οποίο οι άγαμες κοπέλες προσπαθούσαν να μάθουν το όνομα αυτού που θα παντρευτούν.

Ιούλιος

λαμπρή γιορτη τον Ιούλιο ήταν της Αγίας Παρασκευής. Την Αγία την τιμούσαν πολύ στα Μέγαρα και ο κόσμος πήγαινε στα εξωκκλήσια της στο Μάζι. Την είχαν για γιατρό για τα μάτια και για διάφορες άλλες ασθένειες. Στο πανηγύρι της στα Μέγαρα πήγαινε κόσμος από όλες τις ενορίες, γιατί την αγαπούσαν πολύ και οι ενορίτες της περηφανεύονταν που ανήκαν την ενορία της.

Αύγουστος

Τον Δεκαπενταύγουστο οι περισσότεροι κρατούσαν την νηστεία. Γι' αυτό το γάλα από τις γίδες το έκαναν εκείνες τις μέρες τραχανά και τον ξέραιναν, για να τον έχουν για το χειμώνα.

"Της Παναγίας" πολύς κόσμος έκανε αρτοκλασίες για χάρη της. Στα Μέγαρα γιόρταζε η Μητρόπολη και πολύς κόσμος πήγαινε και στον εσπερινό, αλλά και στην Λειτουργία όπου κοινωνούσαν.

Του Αγίου Φανουρίου έφτιαχναν πίτες με μυρωδικά και ζάχαρη σαν γλύκισμα για την μητέρα του Αγίου Φανουρίου που την έλεγαν όλοι "Τσυρούλα". Ο παππάς τις διάβαζε στο τέλος της λειτουργίας και τις μοίραζαν στον κόσμο.

Σεπτέμβριος

Σημαντική γιορτή του Σεπτεμβρίου ήταν "του Σταυρού", γιατί συνδεόταν με τις αγροτικές εργασίες. Στις 14 του μήνα ο κόσμος από βραδύς  πήγαινε στον εσπερινό τις πετσέτες με το στάρι και το κριθάρι για να τα ευλογήσει ο παπάς. Τα άφηναν όλο το βράδυ στην εκκλησία και τα χρησιμοποιούσαν για ευλογία όταν βάζανε σπόρο και έσπερναν.

Η παραδοσιακή ενδυμασία στα Μέγαρα

Η γυναικείες φορεσιές

Οι δύο φορεσιές των Μεγάρων είναι τα "κατιφένια" κι ο "καπλαμάς".

Τα "κατιφένια" είναι η επίσημη μεγαρική ενδυμασία στο σύνολό της. Το κατιφένιο είναι το μεταξωτό βελούδο,από κατιφέ, χρυσοκέντητο ζιπούνι της ενδυμασίας.

Κατιφένιο ζιπούνι

Η στολή στο σύνολό της αποτελείται από τα εξής κομμάτια:

Πρώτο πρώτο μπαίνει το πουκάμισο το οποίο είναι ένα μακρύ μεσοφόρι, λινό και με δαντέλα.

Έπειτα μπαίνει η τραχηλιά, η οποία είναι ένα κομμάτι πανιού με πιέτες, συχνά κεντημένο, που το φορούσαν πάνω στο στήθος, στο "ξεγούλιασμα", άνοιγμα γυναικείων ενδυμάτων στο στήθος. Η τραχηλιά φοριόταν και με τις δύο μεγαρικές φορεσιές και δενόταν με κορδόνια πίσω από το λαιμό.

Τραχηλιά

Ύστερα έμπαινε το φουστάνι, το οποίο δεν είχε μανίκια, αλλά "ωμίτες" και πάνω από αυτό έμπαινε το χρυσοκέντητο από ακριβό μεταξωτό βελούδο, τον "κατιφέ", ζιπούνι χάρη στο οποίο όλη η φορεσιά ονομάστηκε "κατιφένια".

Φουστάνι

Μετά μπαίνει η ποδιά η οποία είναι κεντημένη με άνθη και πούλιες.

Ποδιές

Στο κεφάλι φορούσαν το "φέσι" το οποίο ήταν κεντημένο, ολόκληρο ή μισό ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της οικογένεια, με "παράδες" οθωμανικούς ή άλλα ασημένια νομίσματα, ραμμένα φολιδωτά, σαν λέπια. Το φέσι στην κορυφή έφερε το ασημένιο "τάσι" και φοριόταν μέσα από την "μπόλια". Το φέσι, επειδή είχε πάνω του παράδες λεγόταν "παραδομένο". Μετά έμπαινε η μπόλια η οποία είναι ένα κεφαλομάντιλο -λεπτό μεταξωτό χοντρό ή μεταξωτό αραχνοΰφαντο- που φοριόταν με το φουστάνι του κατιφένιου, είχε πλάτος 50-60 εκ και μήκος 1,20-1,50μ η καθημερινή και 2,50 η επίσημη και έφερε χρυσές δαντέλες με κρόσια στις άκρες.

Μπόλια με διαστάσεις 2,80Χ0,58 και ζώστρα με διαστάσεις 3,20Χ0,25
Φέσι και κουντούρες

Στα μαλλιά φορούσαν έξι μακρύστενα κυλινδρικά και χρυσοπλεγμένα διακοσμητικά βεργία που κατέληγαν σε κόκκινες φούντες και λέγονται "πλεξούδες". Οι πλεξούδες πλέκονταν πάνω στα κοτσίδια των γυναικών σαν προέκτασή τους και αποτελούσαν αξεσουάρ της επίσημης στολής, των κατιφένιων. Τις πλεξούδες, δώρο του γαμπρού, φορούσε η κοπέλα για πρώτη φορά την ημέρα του γάμου της. Οι ελεύθερες δεν φορούσαν πλεξούδες. Πάνω από το ζιπούνι φορούσαν μια άλυσο με φλουριά η οποία ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας είχε πολλά ή λίγα φλουριά.

Άλυσος με φλουριά

Στα πόδια τους φορούσαν τις "κουντούρες" οι οποίες είναι παντόφλες τσόχινες ή βελούδινες, κεντητές με χρυσό και μετάξι, μυτερές με ελαφρώς γυρισμένες προς τα πάνω τις μύτες, χωρίς τακούνια και χωρίς διάκριση αριστερής και δεξιάς.

Η στολή και από τις δύο όψεις

Το "γιουρντί" είναι το χοντρό υφαντό πανωφόρι διπλής όψης χωρίς κουκούλα. Η μια του πλευρά ήταν λεία, ενώ η άλλη είχε "φλόκους" (κρόσσια) από το ίδιο υλικό. Το φορούσαν από την πλευρά με τους φλόκους, όταν είχαν πένθος.  

Ο "καπλαμάς" είναι το μακρύ μέχρι τον αστράγαλο φόρεμα (από χοντρό ύφασμα ο καθημερινός, από λεπτό και γυαλιστερό ο επίσημος), ανοιχτό μπροστά, με μεγάλο άνοιγμα στο στήθος "καϊμακτιά" μανίκια, τα οποία είχαν ντουμπλαρισμένο γύρισμα και ένα γύρο με χρυσό "γαϊτάνι". Ένα φαρδύτερο χρυσό γαϊτάνι στόλιζε στους ώμους του ενδύματος που αποτελούσε, ανάλογα με την εποχή, την ημιεπίσημη ή επίσημη μεγαρική ενδυμασία.

Καπλαμάς
Καπλαμάς

Με τον καπλαμά οι κοπέλες αρραβωνιάζονταν, ενώ με τα κατιφένια παντρεύονταν.

Το μαντίλι αποτελούσε σημαντικό αξεσουάρ της μεγαρικής ενδυμασίας από τα τέλη του 19ου αιώνα. Επί Τουρκοκρατίας οι Μεγαρίτισσες φορούσαν μπόλιες. Οι Μεγαρίτισσες χρησιμοποιούσαν κατά περίσταση διαφορετικά μαντίλια, κίτρινο με κλαράκια, μαύρο για το πένθους, μαύρο με άσπρα κλαράκια για αραιό πένθος, λαδί μαντίλι για αραιότερο, από μακρινούς συγγενείς, πένθος, "παραδομένο"μαντίλι με τουρκικούς παράδες ή φλουριά.

Μαντίλι

Η ανδρική φορεσιά

Αντρική ενδυμασία

Η ανδρική ενδυμασία αποτελείται από τα εξής κομμάτια: 

Το "ποκάμισο" είναι μακρύ μέχρι το γόνατο ένδυμα, λευκού χρώματος, που έφερε συνήθως μανίκια με μανσέτα και τη φουστανέλα.

Πουκάμισο με φαρδιά μανίκια
Πουκάμισο
Φουστανέλα


 
Το "μπουντούρι" είναι μαύρο χοντρό υφαντό παντελόνι που έφτανε μέχρι την μέση της κνήμης και στην συνέχειά του έφερε λεπτό βαμβακερό ύφασμα, για να μπορούν να φορεθούν οι "σκάλτσες". Οισκάλτσεςείναι αντρικές υφασμάτινες από τσόχα περικνημίδες δύο ειδών, καφέ χρώματος με κέντημα από μετάξι που φοριούνταν με την φουστανέλα και σκούρου μπλε ή μαύρου χρώματος, που φοριούνταν με τα άσπρα ρούχα τα Κυριακάτικα.

Η "καμιζόλα" είναι λευκό ένδυμα σαν γιλέκο με μανίκια το χειμωνιάτικο και αμάνικο το καλοκαιρινό, που σταύρωνε στο στήθος. Υπήρχαν τρία είδη καμιζόλας, η απλή με λινά πλεκτά κουμπιά από δίμιτο πανί, άλλη με καφασωτές θηλιές και λίγα στολίδια με γαϊτάνι και η πιο επίσημη με "λαλέδες" στα μανίκια και στα γυρίσματά τους.

Μπουντούρι και σκάλτσες

Η "φέρμελη" είναι το πανωφόρι της φουστανέλας, που ήταν κεντημένο μπροστά, πίσω και στα μανίκια, και έφερε πλεκτά κουμπιά στο μπροστινό μέρος.

Φέρμελη

Το "ταμπάρο" είναι χοντρό υφαντό ημίπαλτο, ενώ το "σιγούνι" έχει και κουκούλα.

Ταμπάρο
Παντελόνι και πουκαμίσα

Στο κεφάλι τους οι άνδρες φορούσαν το φέσι με την φουστανέλα, τη "σκούφια" και τον "κούκο" με το παντελόνι και την πουκαμίσα

Φέσι, σκούφια, κούκος


Στα πόδια τους φορούσαν τσαρούχια ή τα "γουρουνοτσάρουχα". Φορούσαν επίσης τις σκάλτσες και τις σκαλτσοδέτες.

Τσαρούχια


Κι ένα παραμύθι για το τέλος...

Ντα έγιν'  ο μπαρδάκος;

--                    Ενή Ατζέλω, μήπως πήρε το μάτι σου 'πό δω τον μπαρδάκο μου;

Τούτες ήτανε οι πρώτες κουβέντες που ξεστόμισε η  Παγώνα στη γειτόνισσά της την Ατζέλω.

--                    Όχι νη, γιαντά το έχατσες;

--                    Ναι, πήγα στη μισαρέα που τον είχα δεμένο τσαι ηύρα το στσιουνί κομμένο 'πό το παλούτσι με σογιά τσαι το ζωντανό άφαντο. Πις ξέρει ντα να έγινε το ζωντανό! Ξέρω πως το έκανε τσείνη τσει η στραβοχαρίκλεια, ηχτυποκώλα, που να μη τη βρει ο χρόνος, η κόρη της κουρεμένης, η Πηνελιά. Δεν έχει ντα πάει να κάμει τσαι σκαρφίζεται όλο διαολιές. Άιντε τώρα να βρεις το ζωντανό! Να πάει σε κανά χωράφι τσαι να μουθ τον κουβαλήσει πεστσέσι ο δραγάτης! Πις έχει φτιά να 'κούει τις φωνές του.

Τσει που τα λέγανε, νάσου η σουνυφάδα της με τον μπαρδάκο φωρτωμένο κλαριά.

--                    Νη μαυρολοϊσμένη, εσού το πήρες το ζωντανό τσαι 'γώ τα βαίνω άλλους;

--                    Γιαντά νη, δε σε ρώτηκα την αυγή; αλλά που να θυμηθείς αφού είχες ρουγκήσει τη τσίτα ύστερνα από το ζύμωμα! Τολάιστο τα 'ριξες τα ψωμιά ή είναι 'κόμα στην πανακωτή;

Η Παγώνα κατάπιε τη γλώσσα της, ντα να έλεγε τώρα, έτσι που ήρθανε τα πράματα!

Έστσιουψε το τσεφάλι της τσαι αμίλητη γιούρτασε στο κονάτσι της. Πήγε στο κονάτσι της, σήκωτσε τη τσίτσα, τράβηξε δύο βολές κρασί τσαι έπετσε πίστομα στο κρεβάτι της. Ταχιά μια καινούργια μέρα θα ξημέρωνε.

Χειρόγραφο του Σπύρου Μώλου

Λεξιλόγιο
βαίνω: βάζω

γιαντά: γιατί;

δραγάτης: ο αγροφύλακας

ενή: βρε, μωρέ, καλέ, προσφώνηση ανεξάρτητη από την ηλικία ή την κοινωνική θέση της γυναίκας

κονάκι: η καλύβα του βοσκού

κουρεμένη: η διαπομπευμένη γυναίκα

μαυρολοϊσμένος: 1. αυτός που ντύνεται στα μαύρα από μεγάλο πένθος. 2. αυτός που τον μοιρολογούν. 3. ύβρις. 4.ο δυστυχισμένος

μπαρδάκος: ο γάιδαρος

νη: βρε, μωρέ, καλέ, προσφώνηση προς νεότερες γυναίκες ή κατώτερης τάξης

πανακωτή: η επιμηκής ξύλινη θήκη με χωρίσματα όπου έμενε το ψωμί για να φουσκώσει πριν από το ψήσιμο, η πινακωτή.

πίστομα: με το στόμα κάτω

ρουγκλίζω: πίνω, ρουφάω

τσίτσα: δισκοειδές ξύλινο δοχείο με λαιμό που φέρει πώμα και λουρί για τη μεταφορά νερού ή κρασιού.

χτυποκώλης: 1. αυτός που χτυπάει τους γοφούς του. 2. ο αδιάφορος. 3. αυτός που κάνει πτώχευση

(Πηγή: Σύρκου, Α..)

Βιβλιογραφία

Ανανιάδης, Π. 1970, Τα Μέγαρα (Γεωργικός βίος, γεωργικά εργαλεία και κατ’  έθιμον πυραί), Μέγαρα.

Γκίνης, Σ.Χ. 1987, Τα Μέγαρα. 1676-1897, Μέγαρα.

Ηλίας, Ι.Α. 1982, Λαογραφικά των Μεγάρων, Αθήνα.

Κωστή, Α. 2006, Μουσείο ψωμιού στα Μέγαρα, Αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία στο πλαίσιο του ΠΜΣ "Μουσειακές Σπουδές", ΕΚΠΑ.

Μώλος, Θ. 1993, Λαογραφικά των Μεγάρων, Μέγαρα.

Ξυδιάς, Μ., Σπίνος, Κ. χ.χ., Το μεγάλο ταξίδι, Μέγαρα.

Παπαηλίας, Ν.Η. 1993, Λαογραφικά των Μεγάρων, Μέγαρα.

Παπασίδερη-Χριστοπούλου, Ε. 2003, Τα παλαιά Μέγαρα, Μέγαρα.

Σάκκας, Δ.Γ. 20052, Κοινωνιογράφημα Μεγάρων. Η πόλη της δόξας και του φωτός, Μέγαρα.

Σύρκου, Α. 2006, Λεξικό της Μεγαρικής, Nήσος, Αθήνα.

 Τσορβάς, Γ.Σ. 2000, Μεγαρική Λαογραφία. Κοινωνικός και πνευματικός βίος των Μεγάρων, Αθήναι.

 Τσορβάς, Γ.Σ. 2002, Μεγαρική Λαογραφία, Τεύχος Β΄: «Τα Μεγαρικά άσματα», Αθήναι.

 Χατζηϊωάννου Μ.Χ. 2002, «Επιχειρηματικές δραστηριότητες στη Μεγαρίδα τα νεώτερα χρόνια», Οίνον ιστορώ ΙΙ, Επιστημονικό Συμπόσιο, 157-169, Αθήνα.

  

Ευχαριστούμε θερμά τον κο Σπύρο Μπερδελή για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε και το Καστάνειο Λαογραφικό Μουσείο Μεγάρων, ιδιαιτέρως τον κο Γιώργο Μπερδελή, για τη φιλοξενία και την άδεια να φωτογραφίσουμε τα εκθέματα και την κα Δέσποινα Τσουρουφλή για τις φωτογραφίες με το έθιμο του Μάη από το προσωπικό της άλμπουμ.