Οι Σάπες
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 

Οι Σάπες βρίσκονται στο κέντρο της Θράκης, ανάμεσα στην Κομοτηνή και στην Αλεξανδρούπολη. Αποτελεί  το δεύτερο μεγαλύτερο δήμο του νομού Ροδόπης. Εδώ είναι κτισμένο και το σχολείο μας, το οποίο ιδρύθηκε λίγο πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Το χωριό μας αν και μικρό έχει μεγάλη ιστορία. Για αυτό το λόγο καταγράψαμε κάποια σημαντικά γεγονότα της ιστορίας του τόπου μας, μέσα από τις αφηγήσεις συγχωριανών μας.

1922: Το ταξίδι των προσφύγων. Η ιστορία του τέμπλου του Ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης

Το 1922-1924 στην περιοχή των  Σαπών, συγκεκριμένα στα Κασσιτερά, πρόσφυγες  από τον Πόντο με την ανταλλαγή πληθυσμών ήρθαν στην Ελλάδα, μεταφέροντας ό,τι πολυτιμότερο είχαν από την πατρίδα  τους, το τέμπλο  του σημερινού ναού Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.  

Πρόσοψη του Ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης
Από το εσωτερικό του Ναού


Η ιστορία του τέμπλου ξεκινά από τη Λίτζασα, ένα χωριό βόρεια της Νικόπολης. Οι κάτοικοι εκεί έχτισαν δύο ναούς, αμφότεροι με το όνομα του Αγίου Γεωργίου τουΤροπαιοφόρου, τον οποίο διακοσμούσε ένα ξύλινο χειροποίητο γλυπτό τέμπλο. Ποιος όμως είναι ο πραγματικός λόγος της μεταφοράς του τέμπλου στο χωριό μας; Το τέμπλο αυτό ήρθε στην Ελλάδα με την ανταλλαγή πληθυσμών (1922-1924), ένα από τα μεγαλύτερα προσφυγικά ρεύματα που σημειώθηκε ποτέ την εποχή εκείνη.

Λεπτομέρεια από το τέμπλο του Ναού
Λεπτομέρεια από το τέμπλο του Ναού

 

Σύμφωνα με μαρτυρίες (όπως αναφέρει ο κ. Σάββας Μαυρίδης Σάββας, πρόεδρος του συλλόγου Ποντίων Σαπών Τα Κασσιτερά, στη συνέντευξή του), για να μεταφερθεί το τέμπλο, αλλά και άλλα κειμήλια, έπρεπε να γίνει έρανος και συνολικά να συγκεντρωθούν 12.000 γρόσια. Όταν έγινε αυτό και συγκεντρώθηκε το απαιτούμενο ποσό, τεχνίτες κατασκεύασαν ξύλινα κιβώτια και χώρισαν το τέμπλο σε είκοσι ένα κομμάτια έτσι ώστε να το μεταφέρουν με περισσότερη ευκολία.
 

Τα αρχεία του εράνου Ι Τα αρχεία του εράνου ΙΙ

 

Το μεγάλο αυτό ταξίδι από τη Λίτζασα στην Ελλάδα έγινε οδοιπορικώς. Όπως μας αναφέρει ο κύριος Μαυρίδης Σάββας, πρώτη στάση των Ποντίων ήταν η Κερασούντα, όπου έμειναν για 49 μέρες, μέχρι να τους πάρει καράβι για να κατευθυνθούν στην Ελλάδα. Έτσι φτάνουν στην Καλαμαριά. Εκεί μένουν 40 μέρες. Και το φθινόπωρο του 1924 μπαίνουν στο τρένο από Θεσσαλονίκη για Μέστη και φτάνουν στα Κασσιτερά ή Καλαϊτζιντερέ. Αρχικά, το τέμπλο τοποθετήθηκε στο ναό των Κασσιτερών Άγιο Δημήτριο, αργότερα όμως, με τη λήξη της βουλγαρικής κατοχής και με τη μαζική απόφαση των Ποντίων να εγκατασταθούν στις Σάπες, τοποθετήθηκε στο ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Μάλιστα, κάποια στιγμή, ανακοινώθηκε ότι η μητρόπολη της Κομοτηνής είχε ζητήσει το τέμπλο. Όμως, με πρωτοβουλία του ιερέα Μαλλέ Αποστόλου, το τέμπλο έμεινε και κοσμεί μέχρι και σήμερα το Ναό μας.
 

Ο Σάββας Μαυρίδης διηγείται ... (1) Ο Σάββας Μαυρίδης διηγείται ... (2)


 

Η εντοιχισμένη πλάκα

Οι Σάπες μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

Οι Πόντιοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στις Σάπες και σε συνδυασμό με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς ανέπτυξαν την περιοχή σε ένα εμπορικό και οικονομικό κέντρο μετά Γι’ αυτό την επέλεγαν άνθρωποι, για να πουλήσουν τα προϊόντα τους, στο παζάρι. Τότε άνοιξαν κάποια μαγαζιά, τα όποια συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι σήμερα. Η οικογένεια του κου Μεχμέτ Κ. διατηρεί εστιατόριο εδώ και εξήντα χρόνια. Ο ίδιος μας διηγείται:

Το μαγαζί το ’48 άνοιξε. Το άνοιξε ο πατέρας μου.. Είχε έναν φούρνο, κοντά ήταν το μαγαζάκι. Στην αρχή ήταν ένας πάγκος. Από το ’58 ξεκινήσαμε ένα μαγαζί απέναντι από δω. Και μετά ήρθαμε εδώ. Τότε φτιάχναμε μόνο κεφτεδάκια, μετά γίναμε και μαγέρικο. Μετά ανέλαβα εγώ. Ο μπαμπάς μου αρρώστησε, βγήκε στη σύνταξη, ήταν και μεγάλος. Τώρα το μαγαζί το έχει ο γιος μου. Τότε, στην αρχή, ο φούρνος ήταν με ξύλα. Τα ζώα τα παίρναμε από το κρεοπωλείο. Εγώ ήμουν τότε 8 χρονών, ο μπαμπάς μου κοντά, βοήθαγα και ΄γω. Και δουλεύαμε και στα χωράφια. Εγώ κατέβαινα, ετοίμαζα, έμενε ο μπαμπάς, εγώ πήγαινα στα χωράφια, στα πρόβατα. Δουλειά… ευκολία δεν είχε τότε, κάρβουνα, καπνός… Τότε έφερναν πάγο, έπαιρναν καλούπια πάγο κι εκεί έβαζαν τα ταψιά με τα κρέατα, λίγο να κρατήσουν. Και τα κρεοπωλεία έτσι ήταν. 10-15 καλούπια, κρεμούσαν τα κρέατα, δεν είχε ψυγεία. Και ο κρεοπώλης είχε μια σκούπα, την είχε να διώχνει τις μύγες.

  

Το μαγαζί του κ. Μεχμέτ έχει επισκεφθεί και η Αλίκη Βουγιουκλάκη με το Δημήτρη Παπαμιχαήλ

 

Πηγαίναμε κι εμείς στα πανηγύρια. Στο Ιάσιο για το Δεκαπενταύγουστο, στη Μέστη για τον Άγιο Σπυρίδωνα, νομίζω. Σε πολλά… Πηγαίναμε από το βράδυ με τη ζωάμαξα, στήναμε τσαντίρι, μέναμε και πουλούσαμε…


Στο παζάρι


Επειδή, λοιπόν, στις Σάπες υπήρχε οικονομική δραστηριότητα πολλοί άνθρωποι από ολόκληρη τη Θράκη έρχονταν στην περιοχή για να δουλέψουν και να ζήσουν. Ο παππούς του Μουσταφά Γ., μαθητή του γυμνασίου μας, αφηγείται:

Είμαι ο Μουσταφά Γ. Είμαι γεννημένος το 1954. Έξι χρονών άρχισα το Δημοτικό με ένα τετράδιο και ένα μολύβι. Ήμουνα καλός μαθητής για εκείνη την εποχή στο σχολείο. Όταν ήμουν στο Δημοτικό, στην τελευταία τάξη, δεν είχα παπούτσια για να φορέσω την 25η Μαρτίου που ήμουν σημαιοφόρος. Τα σημερινά παιδιά είναι τυχερά. Το Διδυμότειχο είναι η κωμόπολη που κατάγομαι εγώ.

Μόλις τελείωσα το Δημοτικό άρχισα να δουλεύω, ήμουν 13 χρονών όταν άρχισα την πρώτη μου δουλειά. Η δουλειά που έκανα ήταν μεταφορές με το κάρο και με το άλογο κουβαλούσαμε άμμο, ασβέστη, νερό, τσιμέντο. Δεν υπήρχαν φορτηγά τότε που έφτιαχναν καινούριες οικοδομές αφού δεν υπήρχαν καν μπετονιέρες. Μετά δύο τρία χρόνια άρχισα να κάνω το μικροπωλητή. Αυτό έγινε το 1968. Έβγαινα στα γύρω χωριά και πουλούσα λαχανικά, φρούτα. Ενδιάμεσα πουλούσαμε και ασβέστη. Όταν ήταν να γίνει κάνα πανηγύρι πουλούσαμε ασβέστη. Ο ασβέστης είναι ένα μαλακό υλικό, το αγοράζανε, άνοιγαν ένα λάκο, ρίχναν τον ασβέστη μέσα, βάζαν και νερό από βραδύς και το πρωί ήταν έτοιμο για χρήση για ασβεστόχωμα. Ήταν φτωχά αλλά ωραία χρόνια τότε. Ο πατέρας μου ο συγχωρεμένος με έπαιρνε μαζί του και πουλούσαμε αγγεία τα οποία τα αγοράζαμε από το Σουφλί. Τα παίρναμε από δύο αδέλφια από το Σουφλί που ήταν ειδικοί. Μόνο τεντζερέδες παίρναμε από τη Μυτιλήνη.  Επειδή δεν υπήρχε ρευστό κάναμε ανταλλαγές με σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι και τα δίναμε στον έμπορα και παίρναμε μετρητό. Κάναμε πολλές δουλειές κατά διαστήματα. Πουλούσαμε και ψάθες, γιατί δεν υπήρχαν χαλιά τότε. Δεν υπήρχε πετρέλαιο και οι φούρνοι ψήναν τα ψωμιά με ξύλα και για αυτούς κουβαλούσαμε ξύλα. Και στα σπίτια.

Το ’71 πήγαμε Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη ήταν σε ανάπτυξη. Υπήρχαν πολλές δουλειές, γι’ αυτό πήγαμε Θεσσαλονίκη. Το ’74 πήγα φαντάρος. Μόλις απολύθηκα μπήκα σε βιομηχανία ζαχαροπλαστικής.  Έμαθα την τέχνη του παστελιού. Το ’90 πήγαμε Γερμανία. Δεν μπόρεσα να προσαρμοστώ και μετά από 5 χρόνια γύρισα στη Θεσσαλονίκη, στο εργοστάσιο που δούλευα. Μετά από λίγα χρόνια, ήρθα στις Σάπες, άρχισα να δουλεύω στην εταιρία ….. και συνεχίζω να δουλεύω παρά την κρίση και ο Θεός να βάλει το χέρι του.

 

Το Γυμνάσιο Σαπών

Καθώς στις Σάπες άκμαζε το εμπόριο, πολλοί άνθρωποι άρχισαν να εγκαθίστανται στο χωριό και να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολειό μας. Το 1946 το Γυμνάσιο λειτούργησε ως «Οκτατάξιο». Εκείνα τα χρόνια τα πράγματα στο γυμνάσιό μας ήταν πολύ διαφορετικά από ότι σήμερα. Ο κος Παναγιώτης Τρ. συνταξιούχος και πρώην  επιστάτης στο σχολείο μας για 32 χρόνια θυμάται για την καθημερινή ζωή των μαθητών τόσο στο σχολείο όσο και έξω από αυτό:

Στην αρχή κυλικείο όχι, δεν είχε, μετά όμως αποκτήσαμε καφέ για τους καθηγητές. Οι πόρτες του Γυμνασίου ήταν ανοιχτές, έτσι έρχονταν κουλουράδες για τους μαθητές. Οι μαθητές με τους καθηγητές ήταν 180-220. Τα κορίτσια απαγορευόταν να είναι μαζί με τα αγόρια. Στην τάξη ήταν μαζί, αλλά όταν κάναμε μαγειρείο τα αγόρια κάθονταν πάνω και τα κορίτσια δεξιά. Ένα αγόρι ακούμπησε το χέρι ενός κοριτσιού και έφαγε 7 μέρες αποβολή. Το μαγειρείο ήταν στον καυστήρα του Γυμνασίου, κοντά στο εκκλησάκι. Μαγείρευε η γυναίκα μου και βοηθούσαν τα κορίτσια στο σερβίρισμα. Το συσσίτιο γινόταν τρεις φορές τη μέρα. Το πρωί έπιναν τσάι ή γάλα, το δε μεσημέρι πήγαιναν αλεύρι στο εργοστάσιο για να κάνει μακαρόνια. Έτρωγαν φακές, φασόλια, ρεβύθια, πράσα. Τα παιδιά δεν έκαναν φασαρία την ώρα του φαγητού. Έκαναν υπηρεσία οι καθηγητές και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα.

Υπήρχαν και περίπτερα αλλά με λίγα πράγματα, καλά όμως. Μπισκότα, καραμέλες. Αλλά για να ψωνίσουν τα παιδιά, έπρεπε να τους δώσουν χρήματα οι γονείς τους. Γνωρίζετε ότι η περιοχή στηρίζεται στη γεωργία και στην κτηνοτροφία. Το ψωμί έβγαινε δύσκολα. Ο κάθε γεωργός και κτηνοτρόφος ό,τι πουλούσε στις γιορτές, μοσχάρι και σιτάρι ήταν. Από εκεί έβγαζε τα χρήματα που θα έδινε στην οικογένειά του.

Με τη δύση του ηλίου, τα παιδιά ήταν μέσα στα σπίτια τους. Ήταν κανονισμός του σχολείου, γραμμένος στον πίνακα ανακοινώσεων των καθηγητών. Για να βγουν έξω οι μαθητές έπρεπε να φορούσαν τις στολές τους. Αλλά δεν τολμούσαν γιατί οι καθηγητές είχαν υπηρεσία. Ανά δύο έβγαιναν στους δρόμους και περιπολούσαν τις γειτονιές. Θυμάμαι ένα περιστατικό στη Νέα Σάντα. Μία παρέα παιδιών καθόταν σε ένα καφενείο, έτυχε λοιπόν να περάσουν δύο καθηγητές και αυτοί ήταν αυστηροί. Τα παιδιά μόλις τους είδαν πήδηξαν από το παράθυρο με τη βοήθεια του καφετζή και δεν τους έπιασαν τελικά.

Εγώ δεν ήμουν αυστηρός έξω, ίσα ίσα προστάτευα τα παιδιά. Μέσα όμως, κατά τη διάρκεια του σχολείου, τα μάλωνα όταν ανέβαιναν πάνω στα θρανία, όταν πετούσαν πέτρες στις τουαλέτες. Γενικότερα στο σχολείο τα πράγματα ήταν περιορισμένα και αυστηρά για τους μαθητές, ενώ σήμερα τα παιδιά έχουν μεγάλη ελευθερία, απεριόριστη μπορώ να πω.

  

διασκεδάζοντας στο παζάρι μας… ... κάθε Παρασκευή μετά το σχολείο

Η δεκαετία του 1990, οι νέοι κάτοικοι

Στη δεκαετία του 1990 οι Σάπες μεγάλωσαν σε πληθυσμό και έκταση, γιατί εδώ κατέφυγαν Έλληνες πρόσφυγες από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Κάποιοι εγκαταστάθηκαν μέσα στις Σάπες, αλλά οι περισσότεροι σε έναν οικισμό, που χτίστηκε για εκείνους με τη συνδρομή του κράτους. Ο οικισμός βρίσκεται στις παρυφές των Σαπών.
Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες προέρχονταν από διάφορες περιοχές της Γεωργίας, όπως Τσάλκα, Τσιντσκαρο, Μπεσμπαλμαχ, Γεντικιλισε, Μπεστασλι, Μπαρμαξιζ. Ιδιαίτερα στην περιοχή της Τσάλκας, υπήρχαν πολλά χωριά Ελλήνων Ποντίων. Ποια ήταν η ταυτότητά τους; Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η κ. Δαχτανίδου, κάτοικος του οικισμού Σαπών:

« Οι γλώσσες που μιλούσαμε μεταξύ μας ήταν τα ποντιακά, τουρκικά και περισσότερα ρωσικά…Η πατρίδα μας, παρόλο που ζούσαμε στη Γεωργία ήταν η Ελλάδα. Η μητρική μας γλώσσα θεωρούνταν η ρωσική και η εθνικότητα ήταν η ελληνική… αν και οι ρίζες μας, θεωρώ ότι είναι ο Πόντος».

Οι Πόντιοι σε αυτές τις περιοχές διατήρησαν, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν, τα ήθη και τα έθιμά τους. Ωστόσο, το όνειρό τους ήταν να επιστρέψουν στην Ελλάδα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μόλις άνοιξαν τα σύνορα τους δόθηκε η ευκαιρία να έρθουν στην Ελλάδα, στην πατρίδα, όπως την αποκαλούσαν οι ίδιοι. Άλλωστε, εκεί οι συνθήκες ζωής εκεί δεν ήταν εύκολες. Την ίδια εποχή είχε ξεσπάσει και ο πόλεμος ανάμεσα στη Γεωργία και στην Αμπχαζία και αυτό ανάγκασε πολλούς να φύγουν.

Συνέντευξη με την κ. Τατιάνα Δαχτανίδου 

Όταν οι παλιννοστούντες ήρθαν στην Ελλάδα, δεν εγκαταστάθηκαν όλοι, αμέσως, στις Σάπες. Αρκετοί πήγαν σε άλλα μέρη, όπως στην Αλεξανδρούπολη. Έπειτα ήρθαν στις Σάπες. Στην αρχή, κατοικούσαν σε λιώμενα σπίτια. .Στην αρχή αντιμετώπισαν αρκετές δυσκολίες, όπως το γεγονός ότι δεν υπήρχε δουλειά και είχαν να συντηρήσουν ολόκληρες οικογένειες. Και το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι ότι δεν ήξεραν την ελληνική γλώσσα, επειδή είχαν έρθει από τη Γεωργία, όπου εκεί διδασκόταν η ρωσική γλώσσα. Αυτό τους στέρησε την ευκαιρία να κάνουν αρκετά πράγματα. Ωστόσο, υπήρχαν ντόπιοι που τους βοήθησαν σε αρκετά πράγματα: για παράδειγμα, τους έδιναν ρούχα, τους έβρισκαν δουλειές. Η κ. Ειρήνη Αδαμίδου διηγείται:

«Δεν είχαμε σταθερή δουλειά φυσικά, αλλά βγάζαμε πέρα από ΄κει από ΄δω. Δυο χρόνια δούλευαμε, δύο χρόνια σπίτι. Χωρίς δουλειά, άνεργοι…Και στην αρχή ήταν δύσκολα αλλά μετά σηκωθήκαμε . Και γίναμε σαν ντόπιοι. Μάθαμε και τη γλώσσα που δεν την ξέραμε.»

Συνέντευξη με την κ. Ειρήνη Αδαμίδου

Τα παιδιά τους, είμαστε τώρα μαθητές. Πολλοί ακούμε από τους γονείς μας και τους παππούδες μας τις ιστορίες από τη ζωή στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Πολλοί άνθρωποι έχουν επισκεφτεί αυτά τα μέρη, τους τάφους των προγόνων μας. Αλλά η ζωή μας είναι εδώ, στις Σάπες, στο δικό μας τόπο.
  

Στον οικισμό βραδιάζει..