Η Αρίσβη και ο Άρατος
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 

Ο Άρατος ανήκει στο Δήμο Φιλλύρας και η Αρίσβη στο Δήμο Σαπών. Είναι πεδινά χωριά, που βρίσκονται πάνω στην παλιά εθνική οδό Κομοτηνής - Αλεξανδρούπολης.

Στη γύρω περιοχή υπάρχουν και άλλα πολλά χωριά, όπως η Κρωβύλη. Η Κρωβύλη είναι ένα χωριό του Δήμου Σαπών και βρίσκεται 16 χιλιόμετρα μακρύτερα από την ομώνυμη κωμόπολη. Η ιστορία της φτάνει πριν το 1800, σύμφωνα με τις πληροφορίες από το χωριό. Τώρα ζουν, περίπου, 300 άτομα. Στα παλιά χρόνια τα ιστορικά στοιχεία στο χωριό ήταν πάρα πολλά, όμως με το πέρασμα του χρόνου καταστράφηκαν ή ξεχάστηκαν, λόγω έλλειψης επισκευών και φυσικών καταστροφών. Η Κρωβύλη, γεωγραφικά, είναι πολύ κοντά στην αρχαιολογική περιοχή της Μαρώνειας, η οποία περιλαμβάνει αρχαιολογικά στοιχεία όπως λουτρά, οικισμούς, αγορές, λιμάνι κλπ.

Οι παρακάτω φωτογραφίες δίνουν πληροφορίες για την ιστορία του χωριού:

Κρωβύλη. Οι τάφοι με τις οθωμανικές επιγραφές
Το τζαμί της Κρωβύλης, κατασκευάστηκε το 19ο αιώνα και επισκευάστηκε το 1992

Ο Άρατος κατοικείται και από χριστιανούς και από μουσουλμάνους. Οι χριστιανοί είναι τσιγγάνοι στην καταγωγή, απόγονοι προσφύγων, που ήρθαν από την Ανατολική Θράκη την περίοδο της μικρασιατικής καταστροφής. Αρχικά, πήγαν σε διάφορα άλλα χωριά της περιοχής και, αργότερα, εγκαταστάθηκαν στον Άρατο. Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία, αλλά και το εμπόριο: είναι μικροπωλητές στις λαϊκές αγορές, στα παζάρια.


Άρατος, το μεγάλο δέντρο του χωριού

Ο πατέρας Χρήστος Αλευράς, ιερέας στον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου στον Άρατο διηγείται:

Oι δεκαετίες 1930-1940

Όπως και σε όλη την ελληνική ύπαιθρο, οι συνθήκες ζωής στον Άρατο και στα γύρω χωριά ήταν δύσκολες. Ο κ. Ραΐφ Μ., από τον Άρατο αφηγείται στον εγγονό του Κενάν, μαθητή του γυμνασίου μας:

Ο προπάππος του Κενάν, Χουσεΐν. Ήταν οικοδόμος και είχε και ζώα. Η προγιαγιά του Φεϊμέ.


Στα 1930 οι άνθρωποι που ζούσαν στον Άρατο είχαν μια δύσκολη ζωή. Αυτοί οι άνθρωποι πήγαιναν σε μία πόλη για να πουλήσουν τα μικροεμπορεύματά τους, την οποία αυτή πόλη σήμερα τη λέμε Κομοτηνή. Αυτοί οι άνθρωποι, για να πηγαίνουν σε αυτήν την πόλη, ήταν απαραίτητο να περάσουν από το ποτάμι. Και, επίσης, σε αυτό το ποτάμι δε σταματούσε το νερό και έτσι ήταν πιο δύσκολο για τους ανθρώπους, όπως και το δρομολόγιο που πήγαιναν με τα πόδια στην πόλη. Οι άνθρωποι που είχαν λίγα χρήματα αγόραζαν ένα ζώο για μεταφορά μικροεμπορευμάτων. Αυτά τα ζώα μπορούσε να ήταν άλογα ή γαϊδούρια. Πιο πολύ χρησιμοποιούσαν γαϊδούρια για μεταφορές και όποιος ήθελε να του μεταφέρουν τα πράγματά του, έδινε χρήματα ή κάτι για φαΐ. Τους μεταφέρνανε τα πράγματά τους αλλά σε αυτά τα ζώα έβαζαν μόνο τα εμπορεύματα, όχι άτομα. Και επίσης αυτό με το ποτάμι συνέχισε έως το 1947-1949. Στα 1947 μαζεύτηκε όλος ο κόσμος και είχαν συζήτηση για να φτιάξουν μια γέφυρα. Και αυτή τη συζήτηση κράτησε δυο χρόνια. Στα 1949 άρχισαν να τη φτιάχνουν. Οι άνθρωποι που ζούσαν στον Άρατο, αλλά και οι άνθρωποι που ζούσαν κοντά στον Άρατο, έκαναν μια γέφυρα στα 1950 από ξύλα. Έφτιαξαν μια ξύλινη γέφυρα γύρω στα 50 μέτρα. Και αυτή με τα χρόνια άρχισε να χαλάει. Στα 1980 έφτιαξε ο δήμος μια γέφυρα τώρα που την έχουν ακόμα αυτοί οι άνθρωποι.  


Άρατος, η γέφυρα στον ποταμό Μακροπόταμο
…πριν η γέφυρα ήταν ξύλινη

Στη δεκαετία του 1940 ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η βουλγαρική κατοχή της περιοχής και ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε «σημάδεψαν» τη ζωή των κατοίκων. Ο Μπατουχάν, μαθητής του γυμνασίου μας, μέσα από τις πληροφορίες που συγκέντρωσε, περιγράφει την κατάσταση:  

Στην εποχή του 2ου παγκοσμίου πολέμου το χωριό μου και οι άνθρωποι ήταν φτωχοί. Το 1941 στην Ελλάδα ήρθαν οι Βούλγαροι και μετά σε όλα τα χωριά της Θράκης, όπως και στην Κρωβύλη. Όταν ήρθαν οι Βούλγαροι στο χωριό άρχισε ένας φόβος, ένας πανικός και ανησυχία, γιατί κάθε μέρα έρχονταν στα σπίτια να πάρουν λεφτά, φαγητά, σιτάρια, καλαμπόκια που είχαν οι άνθρωποι στα χωράφια τους. Έκαναν μεγάλη ζημιά στο χωριό μου την Κρωβύλη, όπως και στα άλλα. Μετά από 4 χρόνια, το 1945 έφυγαν και τελείωσε η βουλγαρική κατοχή στην περιοχή μας.

Ο κύριος Γκιουρντάλ Μ.Σ., από το χωριό Βραγιά, διηγείται:

Στη χώρα μας την Ελλάδα έγινε Κατοχή. Ήταν μια εποχή που δυνάστευε η βουλγαρική διοίκηση. Τον κόσμο με τη βία εκμεταλλεύονταν και, πάνω απ’ όλα, οι άνθρωποι έμεναν μόνοι τους να τα βγάλουν πέρα με την πείνα. Τα βάσανα της τάξης των πραγμάτων που επικρατούσε συνεχίζονταν κι έτσι πάει μέχρι το 1945. Κατόπιν, μετά το 1945, με το που φεύγουν οι Βούλγαροι από δω, αρχίζει ένας αλληλοσπαραγμός που τον λένε «Αντάρτικο πόλεμο». Πάλι ίδια βάσανα, πάλι ίδια καταπίεση στα χωριά, με τη βία μαζεύουν φαγητό και ρούχα. Οι άνθρωποι εξουθενωμένοι και το αβάσταχτο ζόρι τους έφτασε σ’ ένα δύσκολο τέλος. Στο τέλος τα όργανα της τάξης πήραν στα χέρια τους τη διοίκηση και την εξουσία.

Μετά τον εμφύλιο…

Ο κ. Γκιουρντάλ μιλά στον εγγονό του Ουνάλ και για τις δεκαετίες του 1950 και 1960 στην περιοχή μας και τις συγκρίνει με την εποχή μας:

Θα σου εξηγήσω , παιδί μου, αυτά που συνέβαιναν όταν ήμουνα εγώ παιδί. Μέχρι τα χρόνια του 1950 και του 1960 είχε πολλή φτώχεια. Οι οικογένειες είχαν πολλά παιδιά. Όταν εμείς πηγαίναμε σχολείο εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν σαν σήμερα, δεν είχε ωραία θρανία, πολλά παιδιά κάθονταν στο πάτωμα και οι τάξεις δεν έφταναν. Εμείς ήμαστε έξι αδέλφια και πήγαμε σχολείο οι τέσσερις. Από τον μεγαλύτερο στον μικρότερο, ό,τι έμενε, μα ρούχο ήταν, μα παπούτσι ήταν, αυτό φορούσαμε. Η μία και μοναδική μας τύχη ήταν πως ό,τι τρώγαμε και πίναμε, όλα ήταν από τη φύση.

Εκείνα τα χρόνια η γεωργία γινόταν με τη δύναμη του ανθρώπου και του ζώου. Το καλοκαίρι όλο μας το χρόνο τον περνούσαμε στα χωράφια. Το σιτάρι, το καλαμπόκι και όλα τα παρόμοια με το χέρι τα φυτεύαμε και πάλι με το χέρι τα μαζεύαμε. Κοντά σ’ αυτή τη δουλειά, είχαμε και τα ζώα. Για να βοηθήσουν στη δουλειά, τα μεγάλα παιδιά με τη μαμά και τον μπαμπά τους πήγαιναν στα χωράφια και τα μικρά παιδιά κοίταζαν τα ζώα. Κι έτσι τέλειωνε το κάθε καλοκαίρι.


Χωράφια


Το χωριό μας είναι εύφορο. Και δίπλα στο χωριό μας είχε ωραία νερά. Από τις 11 μέχρι τις 2 το μεσημέρι καθόμασταν στο ποτάμι και ξεκουραζόμασταν. Για μας αυτά είναι αξέχαστα.

Από το σιτάρι στον μύλο αλεύρι φτιάχναμε. Εκείνα τα χρόνια όλοι στο σπίτι είχαν φούρνο. Την εβδομάδα μια ή δυο φορές κάναμε ψωμί. Στο χωριό δεν υπήρχαν όπως σήμερα μπακάλικα εφοδιασμένα, τα μαγαζιά πουλούσαν μόνο ζάχαρη, αλάτι, σαπούνι και γκάζι [πετρέλαιο] για τη λάμπα, άλλο πράγμα δεν υπήρχε. Το χειμωνιάτικο φαΐ μας ήταν πλιγούρι, κουσκούς, πετιμέζι, μακαρόνια από σιμιγδάλι και τα παρόμοια, τα φρούτα τα ξεραίναμε και κάναμε κέικ από αυτά. Τυρί, γάλα ήταν άφθονα. Το γάλα που αρμέγαμε το πουλούσαμε. Το κρέας για να φάμε το εξασφαλίζαμε από τα ζώα που είχαμε στο κοτέτσι μας. Χήνες, πάπιες, κότες, πρόβατα και αρνάκια μετά το 1960. Σε λίγο, σε κάθε πράγμα, μα ρούχο μα φαγητό, ήρθε λίγο επίπεδο στη ζωή μας, άρχισε να φαίνεται κάποια κίνηση προς το καλό.



Οι αγροτικές δουλειές που κάναμε άρχισαν να αλλάζουν. Ήταν τα καπνά, τα «παντζάρια» [τεύτλα] και οι ντομάτες. Μαζί με αυτή τη γεωργία, τα χρόνια του 1965 και του 1970 κατευθείαν από τη δύναμη των ζώων περάσαμε στα μηχανήματα. Η δουλειά μας έγινε εύκολη και λεφτά κερδίσαμε. Ρεύμα δεν είχαμε, ήρθε. Ό,τι θέλουμε να γίνει, ρούχο είναι, φαγητό είναι, γίνεται και είναι πολύ. Ο κόσμος από τη φτώχεια σώθηκε. Από εκείνα τα χρόνια μέχρι σήμερα, υπερβολές δεν κάνουμε, αλλά ζούμε μια ζωή αφθονίας. Σε σας το βλέπουμε αυτό. Εμείς εκείνα τα χρόνια, ένα παπούτσι δεν μπορούσαμε να πάρουμε, εσείς τρία και τέσσερα ζευγάρια παίρνετε. Εσείς μια κουβέντα λέτε, δεύτερη κουβέντα δε γίνεται. Τώρα εσείς ένα πράγμα το φοράτε μια φορά, δεύτερη φορά δεν το φοράτε. Αυτά τα χρόνια εσείς οι νέοι είστε πολύ τυχεροί, γι’ αυτό κι εσύ κι όσοι είναι σαν εσένα, να διαβάζετε στο σχολείο, εσύ και όλοι οι φίλοι σου να διαβάζετε, το κράτος και τον κόσμο να ωφελήσετε και σαν ένας άνθρωπος να είστε. Εμείς ούτε ξέραμε από αυτές τις δυνατότητες κι από αυτά τα καλά ούτε είχαμε στο χέρι το τηλέφωνα σαν εσάς. Και στην τσέπη μας λεφτά δεν βλέπαμε. Όταν ήμασταν εμείς παιδιά, με αβγά κάναμε τα αλισβερίσια. Σε κάθε περίπτωση, πολλά πράγματα προσφέρονται. Πουλάκι μου, οι δρόμοι σας να ‘ναι ανοιχτοί κι η τύχη σας πολλή να είναι. 

           

Πώς ήταν η Αρίσβη εκείνη την εποχή; Ο κ. Φεήζ Κ.Μ. θυμάται:


Αρίσβη
Αρίσβη


Η Αρίσβη ήταν όλο πρασινάδα. Δίπλα στο σχολείο είχαμε κανονικό ποτάμι. Και αυτό το ποτάμι ονομαζόταν «Φιλουρί». Το ποτάμι αυτό έρχεται από τη Βουλγαρία μεριά. Τόσο πολύ μεγάλο. Δημοτικό σχολείο ήμαστε… Εκείνη τη μέρα έβρεχε πολύ. Ένα παιδάκι πήγε δίπλα στο ποτάμι --κοριτσάκι ήτανε, πες. Το ποτάμι άρπαξε την κοπέλα. Κι ένας χωριανός μου ήτανε σαν Ταρζάν και το ποτάμι έτρεχε σαν τρέλα, είχε φουσκώσει, όλο μαυρίλα, αλλά ο άνθρωπος είχε θάρρος, μπήκε στο ποτάμι και γλίτωσε την κοπέλα.


Αρίσβη, παλιό γεφύρι


Το γυρίσανε και κόψανε από δω το ποτάμι. Εδώ στον δρόμο, πηγαίνοντας Σαπσί [Σάπες], είχαμε σκιά συνέχεια. Ο κόσμος δεν έβλεπε ήλιο. Όταν πήγα Ιταλία, θυμήθηκα το χωριό μου. Κάτω από τα δέντρα όλοι έκαναν βόλτες, τα αγόρια πήγαιναν από δω, τα κορίτσια από κει. Σκέφτηκα αυτό που λένε «ούνα φάτσα ούνα ράτσα». Οι τουρίστες που πέρναγαν από δω, ευτυχισμένοι άνθρωποι. Όταν ήμουν παιδάκι, η Αρίσβη ήταν τουριστικό μέρος. Από Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, παντού. Περνάγανε για Τουρκία. Κι είχε εδώ μαγαζιά, καφενεία.

 

Οι δεκαετίες 1970 μέχρι, περίπου, τη δεκαετία του 1990: το φαινόμενο της αστυφιλίας και η μετανάστευση στο εξωτερικό

Στις δεκαετία του 1970 και, κυρίως, του 1980 πολλοί άνθρωποι από την περιοχή φεύγουν για τις πόλεις, για την Αθήνα, αναζητώντας δουλειά. Πολλοί από αυτούς, τα τελευταία χρόνια έχουν γυρίσει στα χωριά τους, όπως η κυρία Νεντιμέ Μ.Α., από την Αρίσβη:

Το 1985 παντρεύτηκα κι έφυγα, 20 χρονών, στην Αθήνα. Και τότε ήταν δύσκολα αλλά ήμασταν νέοι και υπήρχαν ευκαιρίες να δουλέψουμε. Τότε τουλάχιστον όποιος είχε όρεξη να δουλέψει, δούλευε… Υπήρχε και η αλληλοβοήθεια, ο κόσμος εκεί ήταν φιλόξενος, σου άνοιγε το σπίτι, το τραπέζι απλόχερα, ενώ τώρα… Τώρα φοβάται ο ένας τον άλλον, ακόμα και σε μια πολυκατοικία δεν ξέρει κανείς ποιος είναι ο διπλανός του. Η Αθήνα είναι μια μεγαλούπολη που πνίγει είτε με το καυσαέριο είτε με την ακρίβεια, με την κίνηση στους δρόμους, με την ανθρώπινη απομόνωση, δεν έχω τίποτα καλό να πω…

Αν όταν παντρευτήκαμε είχαμε μια δουλίτσα, δεν θα φεύγαμε. Αλλά τότε είχανε δουλειά όσοι είχαν πολλά χωράφια, διότι τότε δούλευε το εργοστάσιο που αγόραζε τις ντομάτες από τους παραγωγούς, το εργοστάσιο ζάχαρης που βάζανε παντζάρια (ζαχαρότευτλα). Γενικά ο αγρότης δούλευε, έβγαζε καλά λεφτά και έτσι το καλοκαίρι είχε δουλειά και γι’ αυτούς που πήγαιναν μεροκάματο. Το βαμβάκι μαζευόταν με τα χέρια και όλοι, μικροί μεγάλοι, βγάζαν ένα μεροκάματο. Εμείς φύγαμε το χειμώνα που τελείωσαν τα μεροκάματα, κάναμε εκεί την οικογένειά μας.  


Αρίσβη, στα χωράφια

Άλλοι συγχωριανοί της κ. Νεντιμέ γνώρισαν όχι μόνο την εσωτερική μετανάστευση αλλά και τη μετανάστευση στο εξωτερικό, όπως ο κ. Φεήζ Κ.Μ., από την Αρίσβη:

Το 1976 εγώ ήμουνα 15-16 χρονών παιδάκι. Στο σχολείο έκανα 8 χρόνια- --Α’ Τάξη δυο φορές, Ε’ δυο φορές. Αλλά τα γράμματα που μαθαίναμε τότε έκαναν για Γυμνάσιο. Γιατί ο δάσκαλος, άμα δεν ήξερες το μάθημά σου, έδερνε, τράβαγε αυτιά. Έμαθα και αραβικά. Ήξερα γράμματα, δεν φοβόμουνα. Τότε έφυγα σαν ναυτικός από δω. Μπορείς να ζήσεις εδώ; Έφυγα. Πήγα καμαροτάκι στα βαπόρια και γύρισα για τον στρατό. Και γύρισα Αμερική, Μομπίλ, Χιούστον, Τέξας, Γκάλμερστον, Νέα Ορλεάνη και Νέα Υόρκη. Και Λατινική Αμερική, Βενεζουέλα, Κούβα. Εκεί που ήτανε ο Κάστρο, ο Τσε Γκεβάρα.

Έκανα στρατό. Μετά τον στρατό ήρθα εδώ, παντρεύτηκα κι έφυγα, πήγα Αθήνα. Το 1980 περίπου. Και τώρα γύρισα εδώ.

Στην Αθήνα δούλευα πολλά χρόνια σιδεράς. Τη γέφυρα στον Κηφισό, στο «Γαλαξία», εμείς τη φτιάξαμε. Το Μετρό, στο Μοναστηράκι που πηγαίνεις, εμείς φτιάξαμε. Εσύ βλέπεις αυτό, τόσο μεγάλο, και λες «πώς φτιάξανε αυτά;» Όλα ανθρώπινα χέρια είναι. Εγώ χωριό είμαι, χωριανός είμαι. Αλλά εκεί έχω φτιάξει πολλά. Έχω παντού τα χέρια μου. Κι εγώ ιστορία είμαι… σκέτη ιστορία. 

Οι δύο τελευταίες δεκαετίες. Σήμερα: οικονομική κρίση, μετανάστευση, τα χωριά ερημώνουν

Τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε στην περιοχή μας μια τάση επιστροφής στα χωριά. Ωστόσο, η οικονομική κρίση άλλαξε, για μία ακόμα φορά, τα δεδομένα. Η κ. Νεντιμέ μιλάει για την επιστροφή στο χωριό:

Τώρα που ξαναγύρισα στο χωριό δεν υπάρχει τίποτα, τα εργοστάσια κλείσαν, ο αγρότης έτοιμος να φουντάρει, η οικονομική κρίση όσο πάει και χειροτερεύει. Η Αρίσβη, από το ’85, που έφυγα, παρέμεινε ίδια, ανεκμετάλλευτη, παρατημένη, ήσυχη, ελάχιστη νεολαία, η πλειονότητα φευγάτοι στο εξωτερικό. Για την ανεργία τι να πω; Ότι πάμε απ’ το κακό στο χειρότερο… Ότι τα παιδιά μου δεν έχουν όχι μόνο επαγγελματικό μέλλον αλλά ούτε για επιβίωση… Τι να πω… κάθε μέρα που θα βιώνουμε… φυσιολογικά, θα λέμε δόξα το Θεό… κι έχει ο Θεός για αύριο. Παλιά τα πράγματα ήταν καλύτερα γενικά παγκοσμίως, παντού από δουλειά κάτι έβρισκες, σε κάποιο καλύτερο μέλλον υπολόγιζες. Ενώ τώρα ζούμε για το σήμερα. Δουλειά δεν υπάρχει πουθενά… Οι περισσότεροι άνθρωποι φεύγουν στο εξωτερικό, ψάχνουν για ένα καλύτερο μέλλον, αλλά η κρίση είναι τόσο εξαπλωμένη παγκοσμίως που και εκεί είναι μετρημένοι στα δάχτυλα αυτοί που βρίσκουν δουλειά και καλύτερη επιβίωση.

Στο χωριό, αν έχεις ένα μικρό σπιτάκι και δεν πληρώνεις νοίκι, είναι πιο εύκολη η επιβίωση. Με τον καθαρό αέρα, με τη ζεστασιά των ανθρώπων, με την ξυλόσομπα και το καλοκαίρι με τα δικά σου καθαρά λαχανικά, τουλάχιστον ξέρεις τι τρως, ζυμώνεις και το δικό σου ψωμί… Γλιτώνεις το καθημερινό στρες της πόλης που είναι έτοιμο να σε πνίξει σε μια κουταλιά νερό κάθε μέρα. Στο χωριό νιώθεις καλά και ασφαλής στα πάντα, είτε στις ανθρώπινες σχέσεις είτε στην επιβίωση μιας οικογένειας.


Αγροτική ζωή
…με τα δικά σου καθαρά λαχανικά

Επίσης, η δημιουργία της Εγνατίας οδού τα τελευταία χρόνια, επηρέασε την οικονομική δραστηριότητα στα χωριά, από τα οποία περνούσε η παλιά εθνική οδός. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και η Αρίσβη. Ο κύριος Φεήζ τονίζει:

Πιο πολύ κόσμο είχαμε εδώ. Μετά έγινε η Εγνατία. Διαλύθηκε ο κόσμος. Μερικοί πουλήσανε τα χωράφια τους, τα σπίτια τους, ανοίξανε εργοστάσια στην Τουρκία, φύγανε στην Τουρκία. Άλλοι πήγανε στη Γερμανία. Εδώ είχαμε χριστιανούς, 200 κατοίκους είχε. Τώρα μείνανε 3-5 οικογένειες. Αυτοί πήγανε Κομοτηνή, γιατί η νεολαία κάνει ζωή εκεί πέρα. Ανοίξανε μαγαζιά, μερικοί γίνανε ζωγράφοι… Τα χρόνια μας, στο Μειονοτικό είχε το λιγότερο 200 παιδιά. Κι είχε άλλο ένα σχολείο κι άλλο ένα, τρία είχαμε εδώ. Τώρα το ένα καταργήθηκε, τα δύο δουλεύουν. Τα Μειονοτικά δουλεύουν. Όταν πολεμήσανε εδώ τους Ιταλούς και σκοτωθήκανε άνθρωποι, τα ονόματα γράφει εκεί πέρα. Έξω από το σχολείο που έκλεισε.


Το μονοθέσιο δημοτικό. Σήμερα έχει κλείσει
Το αστυνομικό τμήμα της Αρίσβης που έκλεισε
Αρίσβη. Εγκατάλειψη

Η ίδια κατάσταση υπάρχει και στα γειτονικά χωριά. Ο Χουσεΐν, μαθητής του γυμνασίου μας, αναφέρει:

Ο Άρατος στα παλιά χρόνια, περίπου το 1955-1960 δεν είχε πολλούς κατοίκους. Δεν είχε φως το βράδυ, δεν μπορούσες να βγεις έξω παρά μόνο με κεριά. Μετά από λίγο καιρό, περίπου, άρχισαν να έρχονται από το εξωτερικό πολλοί μετανάστες κι έτσι άρχισε να καλυτερεύει το χωριό. Βάλανε λάμπες στους δρόμους, άρχισε να έχει πιο πολλούς αγρότες, βοσκούς. Μέχρι σήμερα ήταν πολύ καλός ο Άρατος, όμως τώρα που άρχισε κρίση οι άνθρωποι άρχισαν να φεύγουν στο εξωτερικό, να αφήνουν την πατρίδα τους να πάνε να βρούνε δουλειά λόγω κρίσης. Και τώρα είναι όπως τα παλιά χρόνια π.χ. 1955-1960: δεν έχει πολύς κόσμος δουλειές και το χωριό έμεινε έρημο.

Πώς επηρέασε η οικονομική κρίση τη ζωή μας;

Η Αϊσέ, μαθήτρια γυμνασίου, καταθέτει τις σκέψεις της, μιλάει για το ενδεχόμενο μετανάστευσης στο εξωτερικό, κάτι που αφορά πολλούς συμμαθητές μας:

Παλιά η Αρίσβη ήταν έτσι, όπως είναι και τώρα: ερημιά, χωρίς τίποτα, είναι σα να είναι παρατημένο χωριό. Και πάλι η κατάσταση και τώρα ίδια είναι: ανεργία. Πάντα όσοι ζούσαν εδώ ξέρουνε πως ό,τι δουλειά και να κάνεις εδώ δεν έχει λεφτά. Γι’ αυτό κλείνουν ό,τι μαγαζιά έχουν ανοίξει (π.χ. κρεοπωλεία, βενζινάδικα, τυροπιτάδικα κτλ). Εδώ μόνο μια δουλειά μπορεί να κάνεις και να τα βγάλεις πέρα και να έχει λεφτά και αυτή είναι η γεωργία.


Ένα από τα μαγαζιά που έκλεισαν, λόγω κρίσης
Εγκαταλελειμμένο κτήριο


Είναι πολλά άτομα που φεύγουν στο εξωτερικό, λόγω της κρίσης. Στη δεκαετία του 1980 ήταν ίδια τα πράγματα. Αυτό μου λέει η μητέρα μου, ότι με την κρίση που έχουμε αρχίζουμε να γυρνάμε στα παλιά χρόνια που είχαν δραχμές και ανεργία. Πολλά παιδιά παράτησαν το σχολείο λόγω δουλειάς, για να δουλέψουν και να έχουν λεφτά από μικρή ηλικία. Τα περισσότερα άτομα, όμως, πάνε στο εξωτερικό γιατί εδώ στην Ελλάδα είναι πολύ σφιγμένα τα πράγματα και λόγω δουλειάς.

Εγώ λέω ότι απ’ όλα υγεία να έχουμε…Ναι μεν φοβάμαι για όλο τον κόσμο γιατί όλος ο κόσμος φεύγει στο εξωτερικό λόγω της κρίσης, για να δουλέψουν . Θα ήθελα πάρα πολύ να ήμασταν όπως πριν και να μη χρειαζόταν να έφευγαν οι άνθρωποι, γιατί αναγκάζονται μερικές φορές (π.χ. οι οικογένειες) να χωρίζονται.. Δε θα το ήθελα αυτό.

Άλλα παιδιά δε σκέφτονται μόνο ότι μπορεί να φύγουν, αλλά το θεωρούν, πια, σχεδόν βέβαιο. Ο Ραφαήλ και ο Βαλάντης, μαθητές και αυτοί της τρίτης γυμνασίου, από τον Άρατο πιστεύουν ότι δε θα μπορέσουν να μείνουν, για πολύ ακόμα, στην Ελλάδα. Αναφέρει, χαρακτηριστικά, ο Ραφαήλ:

Εγώ γεννήθηκα στη Γερμανία, στο Αμβούργο και έζησα εκεί ως τα τέσσερα-πέντε χρόνια. Δούλευαν εκεί οι γονείς μου σε ένα ρεστοράν. Κάναν κάποια χρήματα και γύρισαν στην Ελλάδα.. Τότε είχε λαϊκές και ασχολήθηκαν με αυτό το επάγγελμα. Τότε είχε πολλά παζάρια: Αλεξανδρούπολη, Ξάνθη, Καβάλα. Ενώ τώρα κόπηκαν όλα και έχει μόνο Κομοτηνή και Σάπες και εδώ στα γύρω χωριά, π.χ. στη Φιλλύρα. Τι να κάνεις εκεί; Δε βγάζεις ούτε τη βενζίνη για να πας. Επειδή τώρα δεν έχει λαϊκές και χάνονται οι δουλειές, από τις διακόσιες, περίπου, χριστιανικές οικογένειες του χωριού οι εκατό και παραπάνω έχουν φύγει στο εξωτερικό, στη Γερμανία, στην Ολλανδία. Το καλοκαίρι, βέβαια, γυρνάει κόσμος στο χωριό. Έχουν τα σπίτια τους, τους παππούδες, τις γιαγιάδες και γυρνάνε για ένα-δυο μήνες

 Πώς περνάμε στο χωριό; Μπορείς να το πεις ότι περνάμε καλά. Καλά που είναι και το σχολείο και ξεφεύγουμε λίγο. Στο χωριό δεν είναι πολλές οι οικογένειες που έμειναν. Έχουν φύγει στο εξωτερικό. Ενώ στο σχολείο βλέπεις δυο πρόσωπα παραπάνω, ξεφεύγουμε από την καθημερινότητα.

Απ’ ότι βλέπω μετά το γυμνάσιο θα φύγω στο εξωτερικό, στην Ολλανδία, γιατί εκεί έχω τον ξάδερφό μου που έχει μαγαζί ρεστοράν. Από εκεί θα αρχίσω, να μάθω τη δουλειά και ταυτόχρονα θα πηγαίνω σε σχολείο, σαν επαγγελματικό  Λύκειο.

Τις ίδιες σκέψεις και ανησυχίες έχει και ο φίλος του Βαλάντης. Και αυτός έζησε ως παιδί στο εξωτερικό και σκέφτεται να φύγει ξανά. Άλλωστε, αυτό έκαναν και οι αδερφές τους, όπως και πολλοί άλλοι από το χωριό.

Κάποιοι άλλοι, ωστόσο, μαθητές έχουν ήδη φύγει για το εξωτερικό. Η απουσία τους είναι αισθητή. Ο Οσκάν μας αφηγείται την ιστορία του:

Γεια σας, ονομάζομαι Οσκάν, τον Μάρτη έγινα 18. Γεννήθηκα στην Αθήνα. Ο πατέρας μου δούλευε τότε που ήμουν 7, δούλευε σε οικοδομή, σκληρή δουλειά. Η μητέρα μου αρρώστησε όταν μπήκα στα 8. Τότε ξέσπασε η μπόρα της Ανεργίας. Ο πατέρας δεν μπορούσε να αφήσει τη μητέρα μου και να πάει στη δουλειά, ε και τότε παραιτήθηκε απ’ τη δουλειά του. Τότε έγινε παλιατζής, έβγαινε σε παζάρια. Άρχισα και ʾγω να βγαίνω, ήταν ωραία, παράλληλα μοίραζα φυλλάδια, δούλευα σε net -- café… Και έτσι έγινα 17, ώσπου ήρθε μια μέρα που η μητέρα μου δεν γινόταν να ζήσει πλέον στην Αθήνα. Γιατί;;; Χρωστούσαμε 5 νοίκια, δηλαδή 5 μήνες, δηλαδή 2.400 ευρώ. Οι αστυνομικοί μάς βγάλανε, βγήκαμε, κοιμηθήκαμε με τον αδελφό μου στο παλιό και χαλασμένο μας αυτοκίνητο (έκανε κρύο), σκεπαζόμασταν ευτυχώς με μια κουβέρτα ο καθένας. Ήρθαμε Αρίσβη, άρχισα από την πρώτη μέρα να γυρνώ την Κομοτηνή για δουλειά, δυστυχώς δεν μου πρόσφερε κανείς. Μια μέρα καθόμουν με τον παππού μου και τα λέγαμε και μου ‘πε το σχολείο είναι δύναμη, του είπα καλά λες, όμως έχω χάσει 4 χρονιές. Το σκεφτόμουν όλο το βράδυ και το πρωί ξύπνησα τον πατέρα μου και του είπα το βάσανό μου και μου είπε εντάξει. Πήγαμε, με δέχτηκαν, πέρασα στην Τρίτη Γυμνασίου και βρέθηκα παντρεμένος, είχα δαγκώσει τη λαμαρίνα με μια κοπέλα που μου έκανε το κλικ. Από την πρώτη στιγμή που την είδα κλεφτήκαμε, γιατί στο χωριό μου δεν μπορείς να ζήσεις τον έρωτά σου χωρίς δεσμεύσεις γιατί και οι δύο αλλά, κυρίως, η κοπέλα θα είχε ένα κακό σημάδι στη γειτονιά. Τα πράγματα γίναν πιο ζόρικα. Γιατί δεν είχα δουλειά, ήμουν άνεργος και δε βρήκα καμία δουλειά που να έχουμε στο σπίτι μας ένα κομμάτι ψωμί με τον ιδρώτα μου. Και πριν 2 εβδομάδες σκέφτηκα να την κάνω και από δω, να την κάνω από την ερημιά, απ’ την ανεργία, την κρίση, το κουτσομπολιό. Και την κάνω. Αυτήν την ώρα που διαβάζετε αυτό το κείμενο πρέπει να ‘μαι Γερμανία, πρέπει να αναζητάω εργασία.