Ήθη και έθιμα
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 

                                   «ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΜΕΣΑΓΡΟΥ»

Τα ήθη είναι παραδοσιακοί κανόνες κοινωνικής διαβίωσης και τα έθιμα συνήθειες που διαμορφώνονται από την ίδια την παράδοση, είναι άγραφος κανόνας δικαίου. Έτσι υπάρχει η παροιμία «Κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη». Η λέξη ζακόνι είναι μεσαιωνική και ερμηνεύεται ως έθιμο ή συνήθεια, ενώ η λέξη μαχαλάς είναι τούρκικη και ερμηνεύεται ως γειτονιά, συνοικία. O  συγγραφέας κ.  Κων. Σταμάτης  αναφέρει το Μεσαγρό στο βιβλίο του Αίγινα Πολιτισμός και τον αποκαλεί ΒΑΣΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΟΙΤΙΔΑ. Επομένως και ο Μεσαγρός έχει τα δικά του ήθη και έθιμα που είναι και πολυάριθμα. Θα ξεκινήσουμε λοιπόν με τη γέννηση του Χριστού:

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ:

Την Παραμονή των Χριστουγέννων τα παιδιά ξεχύνονταν στους δρόμους για να πουν τα κάλαντα , τα οποία αποκαλούσαν «Χριστούγεννα» και όχι κάλαντα. Οι γυναίκες παρασκεύαζαν σπιτικά χριστουγεννιάτικα γλυκά και παραδοσιακά φαγητά:

Γαλοπούλα:  προθέρμαναν τον ξυλόφουρνο και την έψηναν με πατάτες πάντα από τη Βαγία και τις Άλωνες.

Χριστόψωμα: Παρασκευάζονταν από ντόπια στάρια και πολλές φορές χρησιμοποιούνταν και για πεσκέσια-εκτός χωριού. Τα στόλιζαν με αμύγδαλα και τοποθετούσαν στη μέση τους ένα μεγάλο καρύδι. Ήταν τόσο γλυκά παρόλο που δε χρησιμοποιούσαν ζάχαρη ή μέλι.

Γλυκά: Οι σπιτονοικοκυρές παρασκεύαζαν τον καθιερωμένο μπακλαβά με αμύγδαλα, λάδι και μέλι, δικής τους παραγωγής. Άνοιγαν οι ίδιες το φύλλο και πριν τον ψήσουν, τον χάραζαν σε κομμάτια και τοποθετούσαν ένα γαρύφαλλο-μυρωδικό-στο κάθε κομμάτι. Επίσης έφτιαχναν κουραμπιέδες και φοινίκια με πολύ αμυγδαλόψυχα. Τα μελομακάρονα τα πότιζαν με πετιμέζι και σε άλλα έβαζαν θυμαρίσιο μέλι. Επιπλέον έφτιαχναν κολοκυθόπιτες από γλυκές κολοκύθες τις οποίες πασπάλιζαν με τριμμένο αμύγδαλο και μέλι (στριφτές). Τα τσόφλια από τα αμύγδαλα ή τα καρύδια τα πετούσαν στην άκρη του δρόμου για να τα πάρουν οι Κολοτσέντες αλλά έκοβαν και λίγα ξυλαράκια για να τα πάρουν οι ψαράδες για τις βάρκες τους. Το βράδυ άναβαν το τζάκι για να περάσει η Παναγία με  Μωρό το Χριστό, για να ζεσταθούν. Επίσης έβαζαν ένα καλάθι με φύλλα «υπομονής» που ήταν μυτερά, ώστε να φεύγουν οι κολοτσέντες. Τα Χριστούγεννα ήταν όλοι υποχρεωμένοι να παραστούν στη χριστουγεννιάτικη λειτουργία και να μεταλάβουν τη Θεία Κοινωνία και ιδιαίτερα τα παιδιά, εφόσον είχαν νηστέψει. Η χριστουγεννιάτικη λειτουργία ξεκινούσε από πολύ νωρίς, λίγο μετά τα μεσάνυχτα και τελείωνε λίγο πριν ξημερώσει. Γι’ αυτό το λόγο οι μεγαλύτεροι σε ηλικία έλεγαν ένα τραγούδι: " Νωρίς πάτε στην Εκκλησιά για να λειτουργηθείτε, ολίγον ύπνον πάρετε κι ευθύς να σηκωθείτε'. Μετά τη λειτουργία συγκεντρώνονταν, η κάθε οικογένεια στο σπίτι της και απολάμβαναν τα νόστιμα φαγητά και κυρίως τη γαλοπούλα. Ένα κλίμα χαράς επικρατούσε, ενώ οι παιδικές φωνές αντηχούσαν σε όλο το σπίτι.

παραδοσιακό μεσαγρίτικο χριστόψωμο

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ:

Παραμονή Πρωτοχρονιάς μικροί και μεγάλοι διασκορπίζονταν και έλεγαν τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Έβαζαν πίσω από την πόρτα ένα κρεμμύδι για να είναι γεμάτο και ντυμένο το σπίτι. Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς υποδέχονταν τον καινούριο χρόνο και έλεγαν τα «καλήμερα», παινέματα σ’ όλα τα μέλη της οικογένειας. Το ίδιο έκαναν και την ημέρα της Αγιάσης (πάντα με τη συνοδεία  οργάνων  όπως: λαούτο, σαντούρι και βιολί). Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς πήγαιναν στην πρωτοχρονιάτικη λειτουργία, έπαιρναν ένα ρόδι και το έσπαγαν μπροστά στην πόρτα του σπιτιού λέγοντας: «Γεμάτο σαν το ρόιδι». Πολλοί κρεμούσαν και ένα πέταλο αλόγου για να πάει καλά η χρονιά τους.  Επίσης συνήθιζαν να κρεμούν στην πόρτα τους μια κρεμμυδασκέλα για να αποτρέψουν τη γλωσσοφαγιά. Την Πρωτοχρονιά δεν επισκέπτονταν άλλα σπίτια μην τυχόν δεν έχουν καλό «ποδαρικό». Αυτός που έκανε το ποδαρικό ήταν αποδεκτός και ονομαζόταν «καλοπόδαρος». 

Όσον αφορά τη   βασιλόπιτα, οι νοικοκυρές την έφτιαχναν και έβαζαν μέσα στο ζυμάρι ένα νόμισμα, το φλουρί και παρασκεύαζαν και διάφορα άλλα γλυκά όπως: μπακλαβά, μελομακάρονα, κουραμπιέδες. Όταν έκοβαν τη βασιλόπιτα, αφιέρωναν ένα κομμάτι στα χωράφια και ένα στα ζώα τους. Για να μαζεύονται νωρίς τα παιδιά στα σπίτια, τα φόβιζαν λέγοντάς τους ότι θα τα πάρουν οι  κολοτσέντες. Την Πρωτοχρονιά οι μεγαλύτεροι έδιναν χρήματα στα παιδιά, δηλαδή τα «στέρνιαζαν. Στις γιορτές πολλές φορές τρώγανε στο σοφρά για λόγους ταπεινοφροσύνης και ευλογίας. Το βράδυ της παραμονής του Αγ. Βασιλείου, η  κόρη χτενιζόταν και έβαζε κάτω από το μαξιλάρι της ένα καθρεπτάκι, τα αποχτενίδια και το χτένι της. Έβαζε στη μέση της το χρυσομάντηλο και έπέφτε να κοιμηθεί για να δει  στο όνειρό της το παλικάρι που θα παντρευτεί. Το ίδιο έκαναν και με τα Αρμυροκούλουρα και τα μακαρόνια της Τυρινής και δεν έπιναν νερό για να τους πάει νερό ο μέλλοντας  άνδρας τους. 

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ:

Την παραμονή των Θεοφανείων τα παιδιά έβγαιναν στους δρόμους και έλεγαν τα «ΦΩΤΑ», ενώ το βράδυ (μετά τα μεσάνυχτα) της ίδιας ημέρας τραγουδούσαν τα «ΚΑΛΗΜΕΡΑ» με τη βοήθεια των μεγαλυτέρων και τη συνοδεία μουσικών οργάνων. Σε όσους τραγουδούσαν, προσφέρονταν πολλά γλυκά και άλλα κεράσματα. Επίσης, μετά από τον αγιασμό του κάθε σπιτιού από τους ιερείς, οι κάτοικοι έπρεπε να ρίξουν στο δρόμο τα φλούδια από τα καρύδια και τα αμύγδαλα αποσκοπώντας στην φυγή των κολοτσέντων (γνωστών σε όλους καλικάτζαρων), διότι η συγκεκριμένη ήταν η τελευταία τους ημέρα. Aκόμα συνήθιζαν να παίρνουν κερί από την εκκλησία και να κάνουν σταυρό πάνω στα κανάτια τους και πάνω από τις πόρτες τους , για να  τους διώξουν

Ανήμερα των Θεοφανείων (της Αγιάσης), έπαιρναν τον αγιασμό από την εκκλησία και άγιαζαν τα χωράφια, τα δέντρα και τα ζώα τους. Το ίδιο βράδυ έκαναν τα «ζουμαρόψωμα» και έκλειναν πολύ  καλά τις πόρτες για να μην μπουν μέσα στο σπίτι οι κολοτσέντες (Καλικάντζαροι):

Στην Αίγινα τα παλιά χρόνια πίστευαν ότι οι κολοτσέντες εμφανίζονται στο δωδεκαήμερο μεταξύ των Χριστουγέννων και των Φώτων. Κατέβαιναν στα σπίτια από τις καμινάδες και για να μην τους κάψει η φωτιά την κατουρούσαν, για να σβήσει. Ήταν μαύροι με στραβά πόδια και χέρια και είχαν καμπούρα. Οι νοικοκυρές σκέπαζαν τα δοχεία με τα υγρά του σπιτιού για να μην τα κατουρήσουν, όπως και φοβέριζαν τα παιδιά, για να κάτσουν φρόνιμα, ότι θα τους πάρουν οι κολοτσέντες. Την παραμονή των Φώτων άρχιζαν να φεύγουν φοβισμένοι, όπως  λέει  ο  μύθος, μήπως τους αγιάσει ο παπάς, περιμένοντας  να ξαναέρθουν του χρόνου, για να κάνουν τις ζαβολιές τους κατουρώντας τα πάντα.

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΟ ΜΕΣΑΓΡΟ

Ο Μεσαγρός τα παλαιότερα χρόνια ήταν το επίκεντρο πολλών μεγάλων γιορτών και πανηγυριών σε όλο το νησί της Αίγινας. Μεγάλη απήχηση είχε και ο εορτασμός της Αποκριάς στο Μισαγρό (παλιά ονομασία του), όπου εκτός από τους ντόπιους κατοίκους του νησιού, ερχόντουσαν και πάρα πολλοί Περαμουσαφίρηδες, όπως λέγονταν όσοι έμεναν στην Αθήνα, τον Πειραιά ή άλλα μέρη, για να χαρούν μαζί τους το καρναβάλι. Όλους τους επισκέπτες περίμενε μεγάλο γλεντοκόπι με άφθονους μεζέδες,  με  πλούσιο φαγητό, καθώς και η φημισμένη μεσαγρίτικια ρετσίνα που έρρεε ασταμάτητα και άφθονη. Οι οργανοπαίχτες δε σταματούσαν να παίζουν αποκριάτικα τραγούδια και το κέφι έφτανε στο κατακόρυφο. Ο  Μεσαγρός  ήταν και είναι  ένας  αγαπητός  και  ευχάριστος  τόπος  προορισμού  για  Έλληνες  και  ξένους, το  πλεονέκτημά  του  είναι  ότι  έχει  πολύ  καλό  κλίμα, πολλά δάση, διατηρεί  τη  λαϊκή  του  αρχιτεκτονική  και τα δύο εργαστήρια  αγγειοπλαστικής, τα μοναδικά στο νησί, στα οποία  φτιάχνονται  ακόμη τα περίφημα  αιγινήτικα κανάτια.  Αναλυτικότερα:

Την Τσικνοπέμπτη οι άνθρωποι έψηναν διάφορα κρεατικά στα κάρβουνα, για να «τσικνίσει ο τόπος».

Την Τυρινή οι κάτοικοι του Μεσαγρού είχαν καθιερώσει ένα παιχνίδι με αυγό. Κρεμούσαν  ένα  βρασμένο  αυγό δεμένο  με  μια  γερή   κλωστή  απο   κάποιο σταθερό  σημείο του ταβανιού  ή  είχαν  προσαρμόσει την  κλωστή  σε  ένα μακρύ  ξύλο που   κάποιος το περιέφερε  με γρήγορες  κινήσεις  πάνω απο τα κεφάλια των  παικτών. Αυτοί  προσπαθούσαν  ανοίγοντας  το  στόμα τους,  χωρίς  να χρησιμοποιούν τα χέρια να  πιάσουν το αυγό.  Όταν το παιχνίδι τελείωνε, έλεγαν στο νικητή: «Με αυτό θα τον βουλώσεις,  με αυτό θα τον ανοίξεις», (ιδιωμ. ο  στόμας=το στόμα, εννοώντας τη νηστεία,  που ακολουθεί από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι και την ημέρα του Πάσχα.

Την ημέρα της Αποκριάς έσφαζαν ένα γάλο (αρσ.  γαλοπούλα) και τον έψηναν στο φούρνο με πατάτες. Τη φούσκα του γάλου τη φούσκωναν και την κρεμούσαν στην πόρτα ως σύμβολο  αφθονίας, ενώ την άλλη μέρα την έδιναν στα παιδιά τους, για να παίζουν. Τη συγκεκριμένη μέρα, έκαιγαν  όλους τους  φούρνους, ακόμα και αν δεν είχαν σκοπό να ψήσουν κάτι.

Οι απόκριες (κάντε διπλό κλικ για να ξεκινήσει το βίντεο)

Την Καθαρά Δευτέρα πήγαιναν στη  θάλασσα και εκτός από τα πεντανόστιμα θαλασσινά, έτρωγαν ελιές του πιθαριού, κρίθινες κουλούρες με σκόρδα και κρεμμύδια και τραγουδούσαν: «Περάσανε οι Απόκριες, πάνε τα πανηγύρια, μας ήρθε η Σαρακοστή με σκόρδα και κρεμμύδια».

Την πρώτη Τετάρτη της Σαρακοστής   έβραζαν τα «Πολύλογα», που  ήταν  φαγητό με στάρι, ρεβίθια, κουκιά, φασόλια, φακή, αρακά και πολλά άλλα. Την πρώτη κουταλιά την έπαιρναν τα κορίτσια, την έδεναν κόμπο στο μαντήλι τους και πήγαιναν βόλτες στις γειτονιές και στα πηγάδια για να ακούσουν  ένα ανδρικό  όνομα, που  πίστευαν ότι  αυτό το  όνομα θα  είχε  και το  παλικάρι  που θα τους  ζητούσε σε γάμο. Επιπλέον, έπαιρναν μαζί τους ένα καθρεπτάκι για να φωτιστεί το πηγάδι και να δουν το πρόσωπο του αγαπημένου τους.

Όλη αυτή την περίοδο -το γνωστό ως Τριώδιο (από την Τυρινή και την Αποκριά έως την Καθαρά Δευτέρα), οι άνθρωποι έτρωγαν έπιναν και γλεντούσαν. Το παρόν έπρεπε πάντα να δίνουν οι προξενητάδες για ευνόητους λόγους......... γιατί ήταν  η  περίοδος  που είχαν την ευκαιρία  και τη  δυνατότητα τα  αγόρια να συναντήσουν  στους  χορούς  τα κορίτσια  που  δεν  έβγαιναν τότε  έξω απο το  σπίτι τους χωρίς  συνοδεία. Επέλεγαν  αυτά  που τους άρεσαν, τα ερωτεύονταν  και  μετά  έστελναν  για τα  περαιτέρω τους  προξενητάδες. 

                                                                                   ΣΑΡΑΚΟΣΤΙΑΝΑ ΕΔΕΣΜΑΤΑ 

Μύδια

χαλβάς

Ντολμαδάκια

ΠΑΣΧΑ

Το Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά έλεγαν το «ΛΑΖΑΡΟ»,  τα γνωστά  κάλαντα (Λάζαρε πες μας τι είδες εις τον Άδη που επήγες…).

Την Κυριακή των Βαΐων πήγαιναν στην εκκλησία βάγια, τα οποία μάζευαν στη Βαγία και έφτιαχναν σταυρολούλουδα που μετά τον εκκλησιασμό τα έβαζαν στο εικόνισμα. Την ημέρα αυτή τραγουδούσαν: «Βάγια Βάγια των Βαγιών, τρώμε ψάρι και κολιό και την άλλη Κυριακή τρώμε το ψητό τ’ αρνί». Έτρωγαν λοιπόν ψάρια και κυρίως φρέσκα, όταν ο καιρός ήταν καλός.

Από τη Μεγάλη Δευτέρα και όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα έλεγαν: "Μεγάλη Δευτέρα: μεγάλη μαχαίρα, Μεγάλη Τρίτη: ο Χριστός εκρύφθη, Μεγάλη Τετάρτη: ο Χριστός εχάθη, Μεγάλη Πέμπτη: ο Χριστός ευρέθη, Μεγάλη Παρασκευή: ο Χριστός στο καρφί, Μεγάλο Σάββατο: ο Χριστός στον τάφο, Κυριακή ο Χριστός ανέστη  και εμείς τρώμε το ψητό το αρνί".

Το Σάββατο του Λαζάρου και τη Μεγάλη Παρασκευή  δε λούζονταν, διότι πίστευαν ότι το κεφάλι τους θα έτρεμε και θα πονούσε όλο το χρόνο.

Τη Μεγάλη Πέμπτη οι γυναίκες έβαφαν τα αυγά με κρεμμύδι ή παντζάρι. Αβγό από μαύρη κότα το Μεγάλο Σάββατο το έβαφαν και το τοποθετούσαν στα εικονίσματα. Το βράδυ της Αναστάσεως όλοι είχαν από ένα αυγό στην τσέπη και μετά την λειτουργία το τσούγκριζαν.


Το βάψιμο των αβγών (κάντε διπλό κλικ για να ξεκινήσει το βίντεο)

Τη Μεγάλη Παρασκευή πήγαιναν στην εκκλησία και παρακολουθούσαν τη λειτουργία και μετά όλοι οι πιστοί ακολουθούσαν την περιφορά του Επιταφίου, που στολιζόταν με λουλούδια των αγρών του  Μεσαγρού  ή  απο τις  αυλές  τους.

Το Μεγάλο Σάββατο πήγαιναν στην Ανάσταση με τα γιορτινά τους ρούχα και τις λαμπάδες τους και στις 12:00 το βράδυ εύχονταν ο ένας στον άλλον «Χριστός Ανέστη».

Την Κυριακή του Πάσχα  έψηναν  αρνιά    στους σπιτικούς φούρνους και πολλές λαμπροκουλούρες με ένα κόκκινο αβγό τοποθετημένο στη μέση που τις  έστελναν και για πεσκέσια. Το πασχαλινό μεσαγρίτικο γλυκό φαίνεται πως ήταν η γαλόπιτα (γαλατόπιτα), που την έφτιαχναν με φρέσκο γάλα από τα ζώα τους , ζάχαρη, αβγά ,σιμιγάλι, χωρίς φύλλο και την έκαιγαν από πάνω με λιωμένο βούτυρο και την πασπάλιζαν με σουσάμι και μπόλικη κανέλα. Εύχονταν ο ένας στον άλλο «Χριστός Ανέστη και Καλές Λαμπρές».

Την Δευτέρα του Πάσχα διοργανωνόταν ένα μεγάλο γλέντι στον Ιερό Ναό της Παναγίας της Πολίτισσας. Εκεί συγκεντρώνονταν όλοι. Ακόμα και όσοι δεν είχαν καλές σχέσεις έδιναν «χέρι αγάπης» και συμφιλιώνονταν με πολύ φαγοπότι και τραγούδι, γιατί η ημέρα αυτή  είναι η  «Ημέρα της Αγάπης» . Επί 40 ημέρες ο χαιρετισμός ήταν: -Χριστός Ανέστη -Αληθώς Ανέστη.

Της Ζωοδόχου Πηγής οι Μεσαγρίτες πήγαιναν στη Νησίδα (μικρό  νησάκι  στη  Βαγία), για να τιμήσουν το φερώνυμο ξωκλήσι. Ήταν η αρχή των πανηγυριών, τα οποία συνεχίζονταν μέχρι την ημέρα της εορτής του Αγίου Ιωάννη του Νηστικάρη (29  Αυγούστου)

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Την Πρωτομαγιά κατασκεύαζαν το «Μάη» ή κρεμούσαν ένα μπουκέτο λουλούδια  στην εξώπορτα. Ο Μάης κατασκευαζόταν από κληματόβεργες, στάχια σιταριού και κριθαριού, κλαδιά από καρποφόρα δέντρα και ένα σκόρδο για τη «Βασκανία». Έβαζαν επίσης, αγκάθι ασκόλιαμπρου που έχει  ένα μοναδικό γαλαζομωβ χρώμα.

ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (21 ΜΑΙΟΥ)

Του Αγίου Κωνσταντίνου γινόταν λαμπρό πανηγύρι στο ναό που βρίσκεται κοντά στο σχολείο μας με πολύ γλέντι και φαγοπότι

Τα ριζικά της 24ης Ιουνίου έμοιαζαν πολύ με τα ριζικά της Αναλήψεως. Διέφεραν μόνο στην  επίκληση  του Αγίου, δηλαδή στα ριζικά της Αναλήψεως λέγανε  "του Χριστού τη χάρη ",  ενώ στα ριζικά της 24ης Ιουνίου λέγανε "του Αϊ Γιαννιού τη χάρη " ακόμα  και  στην  ευχή  της  κυράς  : « και πάλι ξανανοίγετε να βγει και το δικό της, της καλομοίρας της κυράς το χρυσοριζικό της ».  Επίσης έλεγαν κάποια μικροτράγουδα όπως: « Κανάτι μεσαγρίτικο να ’χα το ριζικό σου που σε κρατούν οι όμορφες και πίνουν το νερό σου» . Τα ριζικά γίνονταν αρκετές φορές και  σε πολλά συμμετείχαν και παντρεμένες, οι οποίες ερμήνευαν «ζωηρά» τραγουδάκια όπως: «πορίχι μαυροπόριχο μέσα από τη Βαγία που ‘φαγες του πατέρα μου κουλούρες και ψωμία, δεν το ‘λπιζα δεν το ‘λεγα ούτε στο νου μου το ‘χα ν’ αφήσεις το γαρύφαλλο να πάρεις τη μολόχα………». Τα ριζικά αυτά ενώ  γίνονταν για τους παντρεμένους,π ήγαιναν και  οι νέοι για να διασκεδάσουν. 

πρωτομαγιάτικο μεσαγρίτικο στεφάνι

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ στις 7 Ιανουαρίου έτρωγαν «Πηχτή»,  φτιαγμένη από κεφάλι χοίρου ή εναλλακτικά και από « Πατσά».  Η πηχτή μαγειρευόταν ως εξής: την έβραζαν σε ένα τσουκάλι από την παραμονή και την άφηναν όλη τη νύχτα, διότι πίστευαν ότι " το ζώο τη νύχτα κοιμάται και έτσι βράζει καλύτερα.¨"

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΥΦΩΝΑ (1 Φεβρουαρίου), προστάτη των αμπελιών, δεν ασχολούνταν καθόλου με τα αμπέλια τους, γιατί πίστευαν ότι θα τα πιάσει ακρίδα και αρρώστιες, αν δουλέψουν τη μέρα αυτή.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ (3 Φεβρουαρίου), οι γυναίκες που βρίσκονταν σε κύηση δεν έβγαιναν από το σπίτι, διότι ο Άγιος Συμεών «σημειώνει τα παιδιά»  και  αν  κάποιο  παιδί  έβγαινε  με  κάποιο  σημάδι  στο  σώμα  του, (βλαντί)  πίστευαν  ότι  η  εγκυμονούσα δεν πρόσεξε - φύλαξε τη  μέρα  αυτή.

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ (17 Ιουλίου) πήγαιναν τα πρώτα σύκα στην Αγία Μαρίνα.

ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ (20 Ιουλίου) πήγαιναν τα πρώτα σταφύλια στη Βαγία στο ξωκλήσι του.

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ (26 Ιουλίου) έτρωγαν φάβα και ελιές.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ (27 Ιουλίου) πήγαιναν  στο  ξωκλήσι του  στο Φαράγγι της Βρύσης και  έφτιαχναν τα «παντελοκούλουρα».

ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΑ  οι άνθρωποι δεν έκαναν μπάνιο στη θάλασσα, διότι πίστευαν ότι εκείνη την ημέρα κάποιος θα πνιγεί. Επίσης, έπαιρναν ένα τσαμπί σταφύλι, το οποίο ευλογούσε ο ιερέας και το τοποθετούσαν στις εικόνες.

 ΤΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ όλοι πήγαιναν και ξενυχτούσαν στο μοναστήρι της  Παναγίας  της  Χρυσολεόντισσας   από την παραμονή. Το μόνο που έτρωγαν ήταν νερόβραστα σαλιγκάρια για  να ακολουθήσει  ανήμερα τρικούβερτο γλέντι  έξω  αο  το  Μοναστήρι που είχαν κατασκηνώσει κάτω από τα δέντρα και τα σχοίνα.

ΤΟ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΝΗΣΤΙΚΟΥ Ή ΝΗΣΤΙΚΑΡΗ (29 Αυγούστου) στη θέση «Κρυφτή», κάτω από το ναό της Αφαίας, πήγαιναν στον Εσπερινό και κοιμόνταν εκεί. Για 2 ημέρες νήστευαν και  το λάδι.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ (20 Σεπτεμβρίου)  έτρωγαν κρέας από κυνήγι. Ο Άγιος Ευστάθιος είναι και ο προστάτης των κυνηγών.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (26 Οκτωβρίου) κάτω από το Ναό της Αφαίας έσπερναν τα χωράφια τους,  για να έχουν  καλή και ευλογημένη σοδειά.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ (9 Νοεμβρίου) πήγαιναν όλοι στο μοναστήρι του Αγίου.

 ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ   έσφαζαν τα χοιρινά τους και τα μοίραζαν. Από την επόμενη ημέρα άρχιζε η Σαρακοστή.

 ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ γιόρταζαν και γιορτάζουν οι Παναγιώτηδες. 

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ (26 Νοεμβρίου) οι γυναίκες που βρίσκονταν σε κύηση έταζαν τα παιδιά τους στον Άγιο για να στυλώσουν και ναγίνουν γερά και δυνατά. 

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ (30 Νοεμβρίου) έλεγαν ότι από εκείνη την ημέρα θα άρχιζε(αντριεύει) το κρύο.

Η  ΝΗΣΤΕΙΑ

Οι παλαιοί στην Αίγινα όταν νήστευαν τη Σαρακοστή  δε  << χάλαγαν>>  καμία Τετάρτη και Παρασκευή. Δεν έτρωγαν το λάδι, το κρέας αλλά ούτε και το ψάρι.  Την Τυρινή έτρωγαν μόνο το τυρί αλλά και τα μακαρόνια. Την  Καθαρά   Δευτέρα έπλεναν τα περόνια με στάχτη, γιατί έτσι πίστευαν πως, εάν τα έπλεναν με στάχτη, δε θα ήταν πια αρτυσμένα. Καθώς έμπαινε η Σαρακοστή την πρώτη την Τετάρτη έβραζαν τα γνωστά Πολύλογα.

ΤΑ ΠΡΟΞΕΝΙΑ

Ένα από τα ήθη και έθιμα του νησιού μας είναι και τα συνοικέσια, τα προξενιά δηλαδή. Τον σπουδαιότερο ρόλο τον παίζει εδώ ο προξενητής. Είναι αυτός που με την εξυπνάδα του και τη σοφία του θα πείσει του γονείς του νέου και της νέας να γίνει ο γάμος.

Ο προξενητής, εκτός από το προσόν του καταφερτζή, πρέπει να έχει την απαραίτητη διπλωματία και ρητορική ικανότητα, έτσι ώστε το «ξωφύλλι», η προίκα δηλαδή που θα δοθεί από τη  νύφη, να ικανοποιεί τόσο το γαμπρό όσο και τα πεθερικά. Μετά από ένα «έξυπνο» και «σοφό» προξενιό από τον προξενητή και τη συγκατάθεση και των δύο σπιτικών, απομένει το σημάδεμα της νύφης από το γαμπρό, δηλαδή ένα μικρό δαχτυλίδι που θα το περάσει ο γαμπρός στο αριστερό χέρι της νύφης, σκουλαρίκια και μια χρυσή καρφίτσα. Ο προξενητής έφτανε βράδυ στο σπίτι της νύφης , για να μη γίνει αντιληπτή η επίσκεψή του από τους γείτονες και αν άρεσε η πρόταση του, τον καλοδέχονταν και τον κερνούσαν μπόλικη ρετσίνα και μεζέ, αν δεν άρεσε, τότε τον έδιωχναν χωρίς κέρασμα. Τέλος με το χορό του Ησαΐα κλείνει η αυλαία όλης της υπόθεσης.

Ο κ. Γαλάρης μάς τραγούδησε το τραγούδι των προξενητάδων στο Μεσαγρό:

"Απ' την πόλη ερχόμουν κι αμάν ... αμάν

απ'την πόλη ερχόμουν κι απ'τα χωριά

κι απ' τη γειτονιά της επέρασα.

Τα βασιλικά της επότιζε

και τα δυοσμαρίνια της εδρόσιζε.

Έκοψε κλωνάρι κι αμάν .. αμάν

έκοψε κλωνάρι και μου'δωσε

μου'πε κι ένα λόγο που μ'άρεσε.

Βρε σταυραετάτσι αν μ'αγαπάς

τι περνοδιαβαίνεις και δε μιλάς." .........

ΓΑΜΟΙ 

Οι γάμοι γίνονταν σε εκκλησίες και σε σπίτια. Στους γάμους που λάμβαναν χώρα στις εκκλησίες,  οι καλεσμένοι συνόδευαν τη νύφη με όργανα και μετά ακολουθούσε γλέντι έως το πρωί. Στους γάμους που λάμβαναν χώρα σε σπίτια γίνονταν δύο τραπέζια. Η πρώτη   συνάντηση γίνονταν  στο σπίτι της νύφης και οι υπόλοιπες στο σπίτι του γαμπρού. Η οικογένεια της νύφης πήγαινε την άλλη μέρα με όργανα στο γαμπρό και γινόταν ένας μεγάλος χορός. Το γλέντι πολλές φορές διαρκούσε  τρεις   μέρες.  Μία  απο  τις  προηγούμενες  μέρες   η οικογένεια της νύφης είχε  φροντίσει  να  παραδώσει  στο γαμπρό την προίκα. Οι προξενητάδες παρευρίσκονταν πάντοτε σε αυτές τις γιορτές ως τιμώμενα  πρόσωπα.

Γάμος στο Μεσαγρό τη δεκαετία του 1960.
Η νύφη με συνοδεία οργάνων πηγαίνει στην εκκλησία.
Γαμήλια πομπή στο Μεσαγρό

 

ΒΑΦΤΙΣΙΑ

Στα βαφτίσια οι μητέρες  των μωρών δεν παρευρίσκονταν στην τελετή στην εκκλησία και κάποιοι έτρεχαν (συνήθως παιδιά) να τους πουν τα «συγχαρίκια» για το όνομα που δόθηκε στο παιδί  και  να  πάρουν  το φιλοδώρημα  τους. Την ώρα του  μυστηρίου κάποιος σήκωνε το νονό/ά  στα  χέρια  και  δεν τον άφηνε κάτω, αν  δεν του έταζε τραπέζι  με  κόκκορα ή με ένα αρνί.  

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΚΑΙ ΓΝΩΜΙΚΑ 

Οι παροιμίες είναι  λαϊκά  αποφθέγματα βγαλμένα  απο  τη   σοφία του λαού, τη  καθημερινότητά του  και προβάλλουν  ένα  αίσθημα  δικαίου  και  αλήθειες  χρήσιμες  για   μια  αρμονική  και  ειρηνική  συνύπαρξη. Οι Αιγινήτες δεν είχαν μεγάλους ποιητές ή συγγραφείς αλλά λόγω της εμπορικής τους δραστηριότητας μετέφεραν και ενσωμάτωσαν στο λόγο τους παροιμίες και γνωμικά από άλλους λαούς και τόπους. Ορισμένα, εδεικτικά μόνο, γνωμικά είναι τα παρακάτω:

"Δυο πράγματα προξενούν θλίψι. Ο πικραμένος φίλος και ο χαρούμενος εχθρός."

"Δεν πρέπει να κάμης κανένα πράγμα, χωρίς στοχασμό."

"Αν είσαι μέλισσας παιδί λάρωνε τσε μη μιλείς."

ΤΟ ΠΟΔΑΡΙΚΟ

Ένα άλλο έθιμο του νησιού μας είναι και το ποδαρικό, δηλαδή ο πρώτος άνθρωπος που θα επισκεφθεί κάποιο σπίτι την μέρα της Πρωτοχρονιάς. Ο άνθρωπος αυτός θα πρέπει να είναι γνωστός σε όλο το χωριό για τη τύχη και την καλοσύνη του. Κατά την επίσκεψη του πρέπει να σπάσει το ρόδι στο κατώφλι του σπιτιού. Έτσι πιστεύεται πως όλο το χρόνο το σπίτι θα γεμίσει με ενότητα και ευτυχία.

Η ΜΑΝΤΕΙΑ

Έχοντας ο άνθρωπος την αγωνία  και  την αμφιβολία για την τύχη του και  το μέλλον του  και επιθυμώντας   να  την προσδιορίσει κατά  το  δυνατόν  σύμφωνα με τις επιθυμίες του, δημιούργησε-επινόησε τη μαντεία. Στην Αίγινα κυρίως οι  γυναίκες  δημιούργησαν έθιμα που σχετίζονταν  με  την  παντρειά  τους.  Αυτά τα έθιμα στο νησί  ήταν   ο  κλήδονας"το κάλεσμα ", το "δέσιμο της μοίρας" και  "το αρμυροκούλουρο .  Την Καθαρά Δευτέρα το ανύπαντρο κορίτσι πήγαινε σε τρία σπίτια που είχαν  και οι δύο σύζυγοι παντρευτεί μία φορά και από εκεί έπαιρνε αλεύρι ή προζύμι, αλάτι και νερό. Τα υλικά αυτά τα έβαζαν σε κάποιο σκεύος και το άφηνε στο κατώφλι του σπιτιού. Με αυτά τα υλικά η κοπέλα έφταχνε ένα αλμυρό κουλούρι, που το έτρωγε πριν να κοιμηθεί, για να ονειρευτεί τον άντρα που θα πάρει. Και τα τρία αυτά έθιμα έχουν ως κοινό στόχο την ανακάλυψη του προσώπου με το οποίο θα παντρευόντουσαν οι κοπέλες.  Το  μικρό νησί   είχε  "λειψανδρία", επειδή  είχε  πολλούς   ναυτικούς, πολλούς  ξενιτεμένους άνδρες και λίγους  υποψήγιους  γαμπρούς. Αυτό για τις γυναίκες ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα που τις δημιουργούσε κάποια ιδιαίτερη  ανησυχία για το άλλο φύλο. Με τα έθιμα της μαντείας συντηρούσαν τις ελπίδες και τα αισθήματά τους.     

Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ

Η μαντεία του Κλήδονα ήταν πολύ διαδεμόνη  σε  όλη   την Αίγινα και ως έθιμο διατηρείται μέχρι και σήμερα.  Η διαδικασία ήταν :  το βράδυ της παραμονής μιας από τις γιορτές(Αναλήψεως  και  24  Ιουνίου), μια νέα κοπέλλα  ή   μια  παντρεμένη,  αφού είχε συνεννοηθεί  με τον άνδρα της, ετοίμαζε τον Κλήδονα. Έπρεπε να πάρει ένα κανάτι που δεν είχε ξανά χρησιμοποιηθεί. Αυτό το κανάτι λεγόταν άσυρτο κανάτι. Στη  συνέχεια  πήγαινε στη βρύση και το γέμιζε με "αμίλητο νερό". Το νερό λεγόταν έτσι, γιατί η νέα στη διαδρομή  όποιον και να συναντούσε στο δρόμο ή στη βρύση δεν έπρεπε να του μιλήσει. Προηγουμένως  είχε φροντίσει να μαζέψει από τα κορίτσια προσωπικά τους  αντικείμενα, χωρίς όμως να την αντιληφθούν. Αυτά  ήταν: δαχτυλίδια, φουρκέτες, καρφίτσες, παραμάνες, χάντρες, σκουλαρίκια, αλυσίδες, ζώνες, νομίσματα, ακόμα  και φρούτα, τα οποία έριχνε μες το κανάτι με το αμίλητο νερό. Κατόπιν σκέπαζε το κανάτι με κάποιο κόκκινο ύφασμα ή και με κάποιο γυναικείο μαντίλι, που το έδενε με κλαδιά τζιτζιφιάς ή  λυγαριάς  στο λαιμό του κανατιού και με μια κρεμαστή κλειδαριά κλείδωνε τις άκρες του κλαδιού λέγοντας  το παρακάτω ποίημα:    

Κλειδώσατε τον Κλήδονα με του Αη-Γιαννιού τη χάρη,  

Αύριο θα φανερωθεί ποιος είναι ριζικάρης, ή   

Κλειδώσατε το Κλήδονα με του Χριστού τη χάρη,  

Αύριο θα φανερωθεί ποιος είναι ο ριζικάρης.

Τα ριζικά γίνονταν σε ένα μεγάλο δωμάτιο του σπιτιού, όπου ένα παιδί που δεν ήταν  ορφανό ξεσκέπαζε το κανάτι  που  βρισκόταν στη μέση του δωματίου από το κόκκινο ύφασμα. Γύρω-γύρω του ήταν καθισμένες οι κοπέλες  που καθεμιά  τραγουδούσε το εξής:      

Ανοίγετε τον Κλήδονα με τ’ Αη-Γιαννιού τη χάρη

Σήμερα φανερώνεται   ποιος είναι ο ριζικάρης.

Μετά  το παιδί ξεκλείδωνε τον Κλείδονα,  έπαιρνε ένα αντικείμενο, το έδινε στον ιδιοκτήτη του και τότε απαγγελλόταν το εξής:     

Και πάλι ξανανοίγεται να βγει ο χαριτωμένος, 

Μ’ όλα τα κάστρα πολεμά και βγαίνει κερδισμένος.

Έτσι το παιδί συνέχιζε να βγάζει τα πράγματα από τον Κλήδονα. Κάποιες φορές για να πάει καλά ο γάμος κάποιας νέας  τοποθετούσαν το κανάτι λίγο πριν το ανοίξουν στο κεφάλι της και με αυτό τον τρόπο πίστευαν ότι η  κοπέλλα θα  έχει  ένα  γρήγορο και καλό γάμο.

ΔΙΣΤΙΧΑ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ 

                       Μωρή κοπέλα με την ομπρέλα

                      Πάω στο μπάνιο κι αν θέλεις  έλα

  

                       Μωρή κοπέλα με την ομπρέλα

                       Στα κατσαρά σου βάλε κορδέλα

  

                         Μωρή κοπέλα με την ελιά σου

                         Πάρε με βράδυ στην αγκαλιά σου

               

                           Εσύ κοιμάσαι με τη μαμά σου

                           Κι’ εγώ γυρίζω στη γειτονιά σου

                            

                            Εσύ κοιμάσαι κι εγώ νυστάζω

                            Σε συλλογίζομαι κι αναστενάζω

  

                             Εσύ κοιμάσαι στην κουνουπιέρα

                             Κι γω γυρίζω νύχτα και μέρα

ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ

Οι μοίρες  που  κατά  τον Όμηρο ήταν πιο  ισχυρές ακόμα και  απο το Δία, τον πατέρα των θεών και τον ανθρώπων, έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στη  λαογραφική παράδοση των Αιγινητών. Ο Π. Ηρειώτης  διέσωσε όλες τις σχετικές δοξασίες με τις Μοίρες . Οι Αιγινήτες τιςφαντάζονταν αόρατες και αθάνατες. Αυτές  κάλυπταν τις αδυναμίες, τις επιθυμίες και τις ανάγκες των ανθρώπων  λόγω  της αβεβαιότητας για το μέλλον τους. Ήταν «απηνείς, αδυσώπητες και ανοικτίρμονες.»  Κατοικούσαν σε ένα πλούσιο παλάτι στην άκρη του κόσμου.  Εκεί διασκέδαζαν,  έπαιζαν μουσικά όργανα και τραγουδούσαν. Μία άλλη παράδοση αναφέρει ότι  ζούσαν σε απλά σπίτια στην άκρη του κόσμου η μια πολύ μακριά από την άλλη .Τέλος λέγεται  ακόμα   ότι ζούσαν σε δύο τεράστια σπηλαία, που απείχαν πολύ μεταξύ τους. Σε αυτά έμεναν εναλλακτικά και εκεί δέχονταν όσους τις αναζητούσαν  και  τα εγκατέλειπαν μόνο, όταν   ήθελαν να επιτελέσουν το έργο τους. Ο  μύθος τις θέλει : «Πανταχού και κατά πάντα χρόνο παρούσας». Στέλνονταν από το θεό και εκτελούσαν τις εντολές του, Το κύριο  έργον τους ήταν να μοιραίνουν το νεογέννητο  βρέφος. Την τρίτη νύχτα, από τη γέννηση  του επισκέπτονταν το παιδί και  καθόρίζαν το μέλλον και την  τύχη  του, δηλαδή την ευτυχία  του, τη δυστυχία του, τη διάρκεια της ζωής του, την αιτία και το είδος του θανάτου του. Επίσης προέβλεπαν το κακό και τον τρόπο αποφυγής του, αποφάσιζαν αν θα παντρευτεί ή όχι κάποιος ή  ακόμα για το καλό  του. Οι Μοίρες ήταν τρεις αδελφές. Οι δύο ήταν αρκετά ωραίες,  ενώ η πρώτη, η μεγάλη  ( η αρχαία Άτροπος), ήταν   άσχημη και ηλικιωμένη και κρατούσε  ένα κομπολόι από μαργαριτάρια και  ένα βιβλίο, στο οποίο καταχωρούσε τους  ορισμούς τους  που δεν άλλαζαν ποτέ. Φορούσαν στα χέρια και στο λαιμό τους κοσμήματα και πολύ ακριβά ρούχα. Η  οικογένεια  περίμενε  τις  Μοίρες  και  γι'  αυτό  το  παιδί θα  έπρεπε να  ήταν καθαρό,  το δωμάτιο και το σπίτι συγυρισμένο  και τα ρούχα του σπιτιού καθαρά όπως και η αυλή του. Στο τραπέζι του δωματίου της λεχώνας έπρεπε να υπάρχουν  τρία καθίσματα, ένα πιάτο με μέλι  και τρία αμύγδαλα, τρία κουταλάκια, τρία μεταξωτά μαντήλια και τρία ποτήρια γεμάτα  νερό, η σκούπα να είναι πίσω από την πόρτα, το σκυλί να είναι  απομακρυσμένο,  για να μη δημιουργηθεί  κάποιο πρόβλημα δυσαρέσκειας στις Μοίρες. Στο τζάκι θα έπρεπε  να καίει η φωτιά,  μια σκούπα μικρή να είναι  μέσα στην κούνια  του μωρού και ολόκληρο το σπίτι να λάμπει από πάστρα. Θα έπρεπε γενικά  να υπάρχει  μια καλή ατμόσφαιρα  και ένα μαχαίρι  μαυροκάνικο, γιατί έκανε  καλό και απέτρεπε το κακό, κάτω από το μαξιλάρι της λεχώνας.

Οι Μοίρες έρχονταν τα μεσάνυχτα. Έμπαιναν   στο δωμάτιο του μωρού και της λεχώνας, δοκίμαζαν  το γλύκισμα, χαίρονταν και ξεκουράζονταν για λίγο. Έκαναν ευχές  και μοίραιναν το παιδί με αυτό τον τρόπο: οι δύο Μοίρες πρότειναν  τις διάφορες τύχες της ζωής του, ενώ η μεγάλη τις ενέκρινε. Άλλοτε συμφωνούσαν  και άλλοτε υπήρχαν  διαφωνίες. Κατά άλλη εκδοχή η μεγάλη Μοίρα πρότεινε ευχές και οι μικρότερες τις συζητούσαν. Κατόπιν τις κατέγραφαν στο βιβλίο τους. Κάποιες φορές η πρώτη Μοίρα δεν ακολουθούσε  τις  μικρότερες Μοίρες, γιατί μπορεί να ήταν  κουρασμένη ή και να είχε  κάποια άλλη  επείγουσα δουλειά. Τότε οι άλλες δύο την ρωτούσαν  τι θα έπρεπε να ορίσουν  για την τύχη του παιδιού. Σύμφωνα με μία ακόμα παράδοση οι δύο Μοίρες μοίραιναν  και η μεγάλη κατάγραφε.               

Κατά κάποια άλλη δοξασία, όταν οι Μοίρες πήγαιναν  να μοιράνουν κρατούσαν: η μεγάλη ψαλίδι, η άλλη αδράχτι και η τρίτη ρόκα με λινάρι, σύνεργα με τα οποία καθόριζαν τη διάρκεια της ζωής. Η Μοίρα που  είχε  τη  ρόκα  με  το λινάρι  (η  Κλωθώ  της  αρχαιότητας) έγνεθε   το  μαλλί  κατά την ώρα που μοίραιναν.  Η δεύτερη  που  είχε  το  αδράχτι (η  Λάχεσις  της  αρχαιότητας )  τύλαγε το νήμα  πάνω σε αυτό  και   "κάθε τηλιξιά ήταν και ένας χρόνος ζωής" κι η τρίτη  (η  Άτροπος  της  αρχαιότητος)  έκοβε το νήμα με το ψαλίδι. Το  κόψιμο του νήματος  δήλωνε  το χρόνο  του  θανάτου του  βρέφους. Ο Π. Ηρειώτης μνημονεύει και μια ακόμα εκδοχή που λέει ότι οι Μοίρες ήταν σαράντα.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ 

ΚΑΤΣΟΥΛΕΣ (ΨΑΡΙΑ) ΤΗΓΑΝΗΤΑ ΜΕ ΒΟΥΤΥΡΟ

Έχει πολλά ονόματα:

χτενάκι, ξυράφι, παπαγάλος, λόγω των χαρακτηριστικών του, μηκ.20-25 εκ. με ροδί ανοιχτό χρώμα, με συμπιεσμένο σώμα και ουρά στρογγυλή. Ζούνε στο βυθό χωμένες στην άμμο σε βάθος 15-35 μ. τρώνε γαριδίτσες και μικρόζωα. Ψαρεύονται με ειδικό καμάκι , με καθετή και δίκτυα. Το κρέας τους είναι άσπρο και νόστιμο. Οι κατσούλες είναι πια σπάνιες στα νερά μας και γι αυτό πανάκριβες.

Τηγανίζονται με βούτυρο, χωρίς αλεύρι και συνοδεύονται με σάλτσα ντομάτας σπιτική.

ΓΑΛΟΠΙΤΑ (απο   την  κ.  Δρούλια   Αγγελική)

ΥΛΙΚΑ
  • 2 lt κατσικίσιο γάλα
  • 500 γρ. ζάχαρη
  • 150 γρ. μαργαρίνη  
  • 1 ποτ. σιμιγδάλι ψιλό
  • 3-4 κ.σ. σουσάμι
  • 2 κ.σ. αλεύρι
  • 2 κ.σ. κανέλα
  • 6 αβγά
  • 1 βανιλέτα
ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Βράζουμε το γάλα με τη ζάχαρη σε μια κατσαρόλα. Αναμειγνύουμε το σιμιγδάλι με το αλεύρι και προσθέτουμε σιγά σιγά το μείγμα στην κατσαρόλα ανακατεύοντας προσεκτικά, ώστε να γίνει ομοιογενές. Ρίχνουμε στο μίγμα τη μαργαρίνη, τη βανίλια και την κανέλα και ανακατεύουμε πολύ καλά. Περιμένουμε να βράσει ώσπου να δέσει η κρέμα μας και κατεβάζουμε την κατσαρόλα από τη φωτιά.

Χτυπάμε τα αυγά και όταν το μίγμα γίνει χλιαρό τα προσθέτουμε στην κατσαρόλα.

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στου 200 βαθμούς και ψήνουμε τη γαλόπιτα σε λαδωμένο ταψί για 50-60 λεπτά.

Λίγη ώρα πριν βγάλουμε τη γαλατόπιτα από το φούρνο πασπαλίζουμε με άσπρο σουσάμι. Ρίχνουμε κανέλα για το σερβίρισμα.

Φημισμένα  είναι  τα  ντόπια   Αιγινήτικα  βερύκοκα.

Χαρακτηριστικό της είναι ο μικρότερος καρπός απο τις άλλες συνήθεις ποικιλίες που υπάρχουν (Διαμαντοπούλου, Μπεμπέκου κλπ), αλλά που ταυτόχρονα είναι πολύ πιο αρωματικός και γευστικός.Ένα άλλο μοναδικό χαρακτηριστικό είναι ότι το κουκούτσι της όταν ξεραθεί έχει ψίχα που τρώγεται. Είναι γνωστή σε όλους βέβαια η φράση "και το κουκούτσι μύγδαλο" που εδώ ισχύει στην κυριολεξία.Είναι δύσκολο έως αδύνατο να την βρεί κανείς σε φυτώρια και έτσι υπάρχουν δύο τρόποι να αποκτήσει κανείς μία: είτε να φυτέψει ένα κουκούτσι, είτε να μπολιάσει μια αμυγδαλιά, με τον δεύτερο τρόπο να είναι προτιμότερος, ιδιαίτερα αν η αμυγδαλιά αυτή (το υποκείμενο) είναι "πικραμυγδάλα". (πηγή: www.aegina.net)

Τυριά  έχουμε   το  γκερεμέζι  (συγγενές  με  την  ξινομυζήθρα )  και  το  τοπικό  λαδοτύρι.

Τα  τελευταία  χρόνια  λόγω  και  της  τοπικής  γιορτής    "Fistiki  fest"   έχει  γίνει   συχνή  η  προσθήκη  του  φημισμένου  φυστικιού  Αιγίνης  στα  φαγητά.

ΨΩΜΙ ΣΤΑΡΕΝΙΟ ΖΥΜΩΤΟ

Υλικά
  • Αλεύρι σταρένιο, γλυκάνισο, μαστίχα, προζύμι, λάδι(προαιρετικά), αλάτι, νερό.
  • Αναλύουμε τη μαγιά σε χλιαρό νερό να μαλακώσει 
  • Ρίχνουμε στο χυλό κοσκινισμένο το αλεύρι*
  • Το ζυμώνουμε και το αφήνουμε όλο το βράδυ σκεπασμένο με αλεύρι μέσα στη λεκάνη.
  • Το σταυρώνουμε για να ανέβει, το σκεπάζουμε με ζεστά ρούχα και το αφήνουμε όλο το βράδυ.
  • Την επόμενη μέρα προσθέτουμε τα υπόλοιπα υλικά και ζυμώνουμε για 45 λεπτά
  • Κόβουμε το ζυμάρι σε κομμάτια και πλάθουμε φρατζόλες ή στρογγυλά ψωμιά.
  • Τα βάζουμε στο ταψί, τα σκεπάζουμε γαι μια ώρα να ανέβουν.
  • Τα αλείφουμε προαιρετικά με λίγο λάδι.
  • Από το ζυμάρι κρατάμε λίγο για το επόμενο ζύμωμα σε δοχείο κλειστό για 15-20 ημέρες (προζύμι).

Από κρίθινο αλεύρι έφτιαχναν κριθινές κουλούρες και επειδή διατηρούνταν για πολύ χρόνο τις έπαιρναν στα ταξίδια τους οι ναυτικοί.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΕΣ ΑΠΟ ΓΑΛΑ

Μετά το βραδινό άρμεγμα το γάλα μπαίνει σε τσίγγινο ανοξείδωτο δοχείο, τοποθετείται κοντά στο παράθυρο, σκεπάζεται με σίτα για να κάνει κρούστα-πέτσα.Η πέτσα αυτή μαζεύεται με μια τρυπητή κουτάλα και την αφήνουν στον ήλιο ανακατεμένη με αλάτι προσθέτοντας καθημερινά την πέτσα,τηνκορφή. Μετά από 15-20 ημέρες βάζουν το υλικό σε χαμηλή φωτιά. Αυτό που συγκεντρώνεται στην επιφάνεια είναι το βούτυρο, ενώ το ίζημα είναι τα τσίγαρα, ένα είδος κρέμας τυριού, πολύ νόστιμου και πικάντικου.
Το γάλα ανακατεύεται τακτικά μετά ρίχνεται η πιτιά (τυρομαγιά) και μπαίνει στη φωτιά. Για μια ώρα βράζει και ανακατεύεται συνεχώς μέχρι να πήξει η μάζα. Ξαναμπαίνει στη φωτιά , πατιέται να βγει το τυρόγαλο, η λεγόμενη και ζάρα. Τη μάζα( το τυροβλάσταρο ) τη βάζουμε σε τυροβόλια από βούρλα. Στη συνέχεια  τα αναποδογυρίζουν σε σχάρα ή ταψί, για να φύγει το τυρόγαλο και μετά σε τάβλες ξύλινες για στεγνώσει, αφού πρώτα αλατιστεί.Αυτό θα γίνει το ξερό κεφαλοτύρι. Αν θέλουμε μετά από 4-5 ημέρες το βουτάμε στο λάδι και βγαίνει το λαδοτύρι.
Το «γκερεμέζι », πρώτα η νοικοκυρά φτιάχνει μια πάνινη σακούλα 50 επί 30 τη βρέχει και μετά αδειάζει μέσα σε αυτήν μισό κιλό γιαούρτι, ενάμισι κιλό γάλα και μια κουταλιά της σούπας αλάτι.Το υλικό ανακατεύεται με ένα κουτάλι. Σουρώνεται στη συνέχεια η σακούλα με σπάγγο και κρεμιέται αποβραδίς δίπλα στο νεροχύτη να στραγγίξει.Κάθε δύο ημέρες προστίθενται δύο κιλά γάλα κατσικίσιο ή πρόβειο. Στη συνέχεια η σακούλα κρεμιόταν σε ένα δέντρο στη σκιά μέχρι να φύγουν όλα τα υγρά, γύρω στις έξι ημέρες. Αν αφαιρεθεί τυρί, προστίθεται γάλα.
Με τη ζάρα, όταν την ανακατέψουμε στη φωτιά προσθέτοντας και 2-3  κιλά γάλα κατσικίσιο βγαίνει μυζήθρα «γκρεμινάτα», αφού πρώτα στραγγίσει σε «τσαντίλα» από χασέ. Η ζάρα δίνεται στα γουρούνια. Για τη φέτα, αφού έκοβε το γάλα με΄την πιτιά, το άδειαζαν σε τουλπάνι, το κρεμούσαν δώδεκα ώρες, για να στραγγίξει και στη συνέχεια το  τοποθετούσαν στην άλμη για να διατηρηθεί. Η φρέσκια μυζήθρα μπορεί να φαγωθεί με ζάχαρη ή αλάτι, είναι το λεγόμενο τυρί τσαντίλας (από τη σακούλα)

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΜΟΥΣΤΟ

Ο μούστος μπαίνει σε ένα μεγάλο καζάνι και βράζει, αφού ξαφρίζεται τακτικά μέχρι να μειωθεί ο όγκος του, όσο βράζει γλυκαίνει. Μετά αδειάζεται σε μια λεκάνη και κόβεται με πουρόχωμα ή καλά χωνεμένη στάχτη.Με το πουρόχωμα γινόταν η μουσταλευριά ανοιχτή, ενώ με τη στάχτη σκούρα. Ο μούστος έμενε μια μέρα στη λακάνη να καθίσει, να ξαφριστεί πάλι και να σουρωθεί με τουλπάνι. Οι νοικοκυρές τον χώριζαν σε τρία μέρη: ένα για μουστοκούλουρα, ένα για πετιμέζι (τον έβραζαν περισσότερη ώρα )  και το τρίτο για μουσταλευριά. Οι παλαιές ξέραιναν τα κομμάτια της μουσταλευριάς στον ήλιο, για να την έχουν το χειμώνα. Το πετιμέζι το χρησιμοποιούσαν στις κουταλίτες = τηγανίτες, αφού το έβαζαν σε βάζα σφραγισμένα με κερί.

ΞΕΡΑ ΣΥΚΑ

Στο Μεσαγρό υπάρχουν πολλές συκιές, τα σύκα που πέφτουν, τα μαζεύουν και τα στεγνώνουν στον ήλιο καλά. Στη συνέχεια τα ανοίγουν προσεκτικά και γεμίζουν με μείγμα από καρύδια ή αμύγδαλα, σουσάμι και ζάχαρη. Μετά τα φουρνίζουν για 15 λεπτά μέχρι να ροδίσουν. Διατηρούνται καλά κλεισμένα.

ΜΠΑΚΛΑΒΑΣ ΣΕ ΤΡΙΓΩΝΑ ΜΕ ΦΙΣΤΙΚΙ ΑΙΓΙΝΗΣ

  • 1 κιλό  φύλλο
  • 1 κιλό  φιστίκι χονδροκομμένο
  • ¼  φλυτζάνι φρυγανιά τριμμένη
  • Περίπου 150 γρ.  βούτυρο

Για  το  σιρόπι

  • 2 κιλά ζάχαρη
  • 1,5  κιλό  νερό
  • 250 γρ. γλυκόζη
  • Βανίλια
Εκτέλεση

Κόβομε τα φύλλα κατά μήκος σε τρεις λουρίδες. Βάζουμε τρεις λουρίδες τη μία πάνω από την άλλη  βουτυρώνοντας ανάμεσα. Βάζουμε στην άκρη λίγο φιστίκι  ανακατεμένο με τη φρυγανιά  και  διπλώνουμε σε τρίγωνα (όπως θα κάναμε στα τυροπιτάκια).

Τα  περιχύνουμε  με  το  υπόλοιπο βούτυρο κι τα ψήνουμε σε χαμηλό φούρνο μέχρι να πάρει χρώμα το φύλλο.

Βράζουμε το σιρόπι και το ρίχνουμε καυτό στα  καυτά μπακλαβαδάκια.

ΦΙΣΤΙΚΙΑ ΚΑΡΑΜΕΛΕ

Βάζουμε  σε  κατσαρόλα  1  κιλό  ζάχαρη  και  ένα  ποτήρι  νερό και  τα  βράζουμε  μέχρι  να  αρχίσει να  ξανθύνει  το  μείγμα.

Εν  τω μεταξύ  έχουμε  ετοιμάσει  μασουράκια    περνώντας  τα  φιστίκια  σε  σύρμα  ατσαλένιο  Βουτάμε  λοιπόν  αυτά  τα  μασουράκια  στην  καραμέλα και  τα  αφήνουμε  μετά να  κρυώσουν.

ΦΙΣΤΙΚΙΑ ΚΑΡΑΜΕΛΕ (δεύτερη  συνταγή)

Σε  ένα  αντικολλητικό  τηγάνι  λιώνουμε  μια  μεγάλη  κουταλιά  μαργαρίνη    και  μετά  ρίχνουμε   ένα  φλιτζάνι  ζάχαρη. Μόλις  πάρει  το  χρώμα  της  καραμέλας  ρίχνουμε   ένα  φλιτζάνι  φιστίκια.

Τα   αφήνουμε  να  κρυώσουν  σε  μάρμαρο  το  οποίο  έχουμε  αλείψει  με  λάδι.

Το  κόβουμε  σε  ακανόνιστα  κομμάτια.

ΣΥΚΟΜΑΊΔΕΣ ΜΕ ΦΡΕΣΚΑ ΣΥΚΑ

Υλικά:
  • 2 φλιτζ. ώριμα σύκα
  • 3 κουταλιές της σούπας μέλι
  • 1/3 φλιτζ. αμύγδαλα ασπρισμένα, ψημένα και κομμένα σε φέτες
  • 1/3 φλιτζ. καρύδια χοντροκοπανισμένα
  • 1 κουταλιά της σούπα σουσάμι ελαφρώς καβουρντισμένο
  • 1/2 κγ κανέλα τριμμένη
  • 1/3 κγ γαρίφαλο τριμμένο
  • 1/3 κγ μοσχοκάρυδο τριμμένο
  • 1/3 κγ μαύρο πιπέρι τριμμένο
  • 1/3 κγ φρέσκο τζίντζερ ψιλοκομμένο
  • 2 - 3 κουταλιές της σούπας νερό ζεστό
  • 1 φλιτζ. του καφέ τσίπουρο
Διαδικασία:

Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 80 - 100 βαθμούς. Πολτοποιούμε τα σύκα στο μπλέντερ. Αναμειγνύουμε σε μια λεκάνη τα αμύγδαλα, τα καρύδια, το σουσάμι, την κανέλα, το γαρίφαλο, το μοσχοκάρυδο, το πιπέρι, το τζίντζερ και προσθέτουμε τα σύκα. Ανακατεύουμε. Προσθέτουμε το νερό, το μέλι και το τσίπουρο. Ζυμώνουμε το μείγμα και πλάθουμε μπαστουνάκια διαμέτρου 2 εκ. Ψήνουμε μέχρι να στεγνώσουν καλά, για 2 ώρες περίπου. Τα βγάζουμε από το φούρνο και τα αφήνουμε να κρυώσουν καλά.

Το μυστικό μας

Αν θέλουμε μπορούμε να τυλίξουμε τις συκομαΐδες με αμπελόφυλλα πριν τις ψήσουμε.