Επαγγέλματα
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 

ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΟ ΜΕΣΑΓΡΟ

Στο Μεσαγρό της Αίγινας είχαν στο παρελθόν αναπτυχθεί μια σειρά από επαγγέλματα, πολλά από τα οποία σήμερα έχουν χαθεί. Αυτά τα επαγγέλματα τα ασκούσαν οι κάτοικοι του χωριού, κερδίζοντας τα απαραίτητα, για να ζήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους. Όλα είχαν σχέση με τη φύση του Μεσαγρού και ήταν απόλυτα σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο ζωής που σεβόταν το περιβάλλον και τους ανθρώπους. Τα κυριότερα από αυτά τα επαγγέλματα ήταν αυτό του αγγειοπλάστη, του ρετσινά, του πετρά, του ψαρά. Όμως και οι γυναίκες ασχολούνταν ερασιτεχνικά αλλά και επαγγελματικά με την κεντητική και μάλιστα με ένα ιδιαίτερο και απαιτητικό είδος, το κοπανέλι. 

Αγγειοπλάστης

Ένα από τα αρχαιότερα και πιο διαδεδομένα επαγγέλματα στην Αίγινα και κυρίως στο Μεσαγρό ήταν αυτό του αγγειοπλάστη. Και πάλι η πρώτη ύλη, το αργιλόχωμα (πασπάρα), ήταν αυτό που συντέλεσε καθοριστικά στην άνθηση του επαγγέλματος αυτού στην περιοχή του Μεσαγρού, καθώς στο λόφο του Αγίου Θωμά υπάρχει σε αφθονία. Τα «Γενήτικα Κανάτια» ταξίδευαν σε όλο τον ελληνικό χώρο ήδη από την εποχή της εξέγερσης του 1821, όπως δηλώνουν πολλές έγγραφες πηγές της εποχής εκείνης. Το χαρακτηριστικό τους υποκίτρινο χρώμα και οι δροσιστικές τους ιδιότητες τα κατέστησαν τα πιο φημισμένα αγγεία της νεώτερης ελληνικής ιστορίας: πριν από την εμφάνιση του ψυγείου: η Αθήνα και ο Πειραιάς προμηθεύονταν τα μεσαγρίτικα κανάτια για να διατηρήσουν δροσερό το λιγοστό τους νερό.

Τα περίφημα κεραμικά στο λιμάνι της Αίγινας.   (φωτ.: Βούλα Παπαϊωάννου. Φωτ. Αρχείο Μουσείου Μπενάκη)
Οι παραδοσιακές στάμνες φορτωμένες στην πόλη της Αίγινας. (φωτ.: Βούλα Παπαϊωάννου - Φωτ. Αρχείο Μουσείου Μπενάκη)


Η διαδικασία της επεξεργασίας του αργίλου, της παραγωγής των κανατιών και της μεταφοράς τους ήταν ένας συνεχής αγώνας: Το κιτρινωπό αργιλόχωμα από το λόφο του Αγίου Θωμά αναμειγνυόταν με το κατάλληλο χώμα και στη συνέχεια μεταφερόταν με ειδικά τσουβάλια στο χώρο επεξεργασίας. Εκεί δουλευόταν υπομονετικά με ξύλινους τρίφτες, τους «κόπανους», με σκοπό να μετατραπεί σε ψιλή σκόνη, κοσκινιζόταν και αναμειγνυόταν με νερό. Η λάσπη που προέκυπτε σουρωνόταν με ένα μεγάλο σουρωτό, τοποθετημένο σε σιδηροστιά. Η λάσπη αφηνόταν μια εβδομάδα, ζυμωνόταν και πάλι και τέλος ο αγγειοπλάστης απέκοπτε τους «σβούλους», κομμάτια δηλαδή λάσπης, ανάλογα με το μέγεθος του αγγείου που θα κατασκευαζόταν.

Παραδοσιακός αγγειοπλάστης της Αίγινας.

Ακολούθως ο «σβούλος» τοποθετούνταν πάνω στον τροχό, ο οποίος έμπαινε σε κίνηση με το πόδι του τεχνίτη. Αυτός το επεξεργαζόταν με μεγάλη επιδεξιότητα, κατασκευάζοντας πληθώρα σχημάτων και μεγεθών πήλινων αγγείων. Στη συνέχεια, με μια τρίχα από ουρά αλόγου κατά προτίμηση ή με ένα λεπτό κομμάτι σύρμα (μισινέζα) ο τεχνίτης απομάκρυνε το αγγείο από τον τροχό και το τοποθετούσε στον πάγκο, για να ξεραθεί και να κολλήσουν πάνω σε αυτό τα αυτιά, οι λαβές.

Ο αγγειοπλάστης Νεκτάριος Γκαρής πλάθει ένα αγγείο (κάντε διπλό κλικ για να ξεκινήσει το βίντεο)

Το επόμενο στάδιο είναι το ψήσιμο μέσα στο καμίνι. Εκεί, ο αγγειοπλάστης είχε ανάψει τη φωτιά και τοποθετούσε με μεγάλη προσοχή τα φρέσκα αγγεία, τα οποία ψήνονταν για μια ολόκληρη μέρα. Παρέμεναν για τρεις μέρες στο καμίνι για να κρυώσουν. Με αυτόν τον τρόπο τα αγγεία γίνονταν πιο στεγανά. Τέλος προωθούνταν στην αγορά. Και αυτό όμως αποτελούσε ευθύνη του ίδιου του κανατά, ο οποίος αναλάμβανε τη μεταφορά τους μέχρι το καΐκι, πάνω σε γαϊδουράκια, με κίνδυνο να σπάσει το πολύτιμο εμπόρευμα.

Το καμίνι του εργαστηρίου του Γκαρή στο Μεσαγρό.

Τα πιο γνωστά εργαστήρια κεραμικής στο Μεσαγρό, τα γνωστά κανατάδικα, ήταν αυτά του Γκαρή και του Σκλάβαινα, τα οποία λειτουργούν και σήμερα. Άλλα εργαστήρια ήταν αυτό του Κυριάκου Χαλδαίου του Διονύση Γαλάρη και του Δημοσθένη Ρόδη, σύμφωνα με την καταγραφή του κ. Σπύρου Γαλάρη.

Το εργαστήριο των Γκαρήδων

Η οικογένεια Γκαρή είναι η παλιότερη οικογένεια αγγειοπλαστών στην Αίγινα και διαθέτει το πιο γνωστό εργαστήριο αγγειοπλαστικής στο νησί. Η λαϊκή παράδοση αναφέρει το φημισμένο «ποτήρι της δικαιοσύνης του Γκαρή», το οποίο λέγεται ότι κατασκεύασε ο Αργύρης Γκαρής και το χάρισε στον βασιλιά Όθωνα, λίγο μετά από την άφιξή του στο ελληνικό κράτος. Το ποτήρι συμβόλιζε την ανθρώπινη πλεονεξία, καθώς, κάθε φορά που το ποτήρι γέμιζε μέχρι το χείλος του, με έναν περίεργο τρόπο άδειαζε. Ο τελευταίος εκπρόσωπος της οικογένειας είναι ο κ. Νεκτάριος Γκαρής, ο οποίος μας έδειξε τη διαδικασία κατασκευής ενός αγγείου και μας μίλησε για την τέχνη του.

Εικόνα από την έκθεση στο εργαστήριο κεραμικής του Γκαρή, στο Μεσαγρό
Κεραμικό από το παραδοσιακό εργαστήριο του Γκαρή.

Ο Νεκτάριος Γκαρής έχει και την όρεξη, αλλά και την θέληση να διδάξει και να μεταλαμπαδεύσει την τέχνη του σε νέους ανθρώπους. Μάλιστα, πριν μερικά χρόνια είχε ξεκινήσει ένα φιλόδοξο σχέδιο δημιουργίας Σχολής Κεραμικής στην Αίγινα, είχε βρεθεί το κτίριο, είχαν αγοραστεί τα καμίνια και οι τροχοί, όμως λόγω μικροπολιτικών συγκρούσεων και κακής οργάνωσης δεν προχώρησε, και ο Νεκτάριος δεν κρύβει την απογοήτευσή του γι’ αυτό. Η όρεξη όμως υπήρχε και υπάρχει ακόμα!

Το εργαστήριο του Σκλάβαινα

Το δεύτερο μεγάλο εργαστήριο κεραμικής στο Μεσαγρό ανήκει στην οικογένεια Σκλάβαινα, η οποία κατάγεται από τη Σίφνο, το νησί των Κυκλάδων με τη μεγάλη κεραμική παράδοση. Το 1910 ο Νικολής Σκλάβαινας (Σιφναίος) εγκατέλειψε τη Σίφνο και εγκαταστάθηκε στην Αίγινα, για να δουλέψει ως μάστορας στο εργαστήριο του Γαλάρη. Σύντομα δημιούργησε το δικό του εργαστήριο, στη θέση «Σιφνέικα» αλλά και τη δική του ιδιαίτερη τεχνική. Τα κεραμικά του Σκλάβαινα έχουν ένα χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα, το οποίο οφείλεται στο διαφορετικής σύστασης κοκκινόχωμα από το οποίο είναι κατασκευασμένα.                

Ρετσινάς

Οι κάτοικοι του Μεσαγρού ασκούσαν μέχρι και πριν από λίγα χρόνια το παραδοσιακό επάγγελμα του ρετσινά, του ανθρώπου δηλαδή που συνέλεγε το ρετσίνι από τα πολλά πεύκα που κατακλύζουν το δυτικό κομμάτι του νησιού της Αίγινας. Η συλλογή και επεξεργασία του ρετσινιού γινόταν από την 1η Απριλίου μέχρι το τέλος περίπου του Οκτωβρίου, την εποχή δηλαδή που ο καιρός είναι ζεστός και επιτρέπει στο ρετσίνι να παραχθεί. Τους υπόλοιπους μήνες οι ρετσινάδες καλλιεργούσαν τα κτήματά τους ή ασχολούνταν με την εκτροφή των κοπαδιών τους.

Οι ρετσινάδες δούλευαν είτε ατομικά, ο καθένας μόνος του, είτε συνεταιρικά, σε ομάδες δηλαδή, συνήθως των τριών έως πέντε ατόμων. Οι ομάδες αυτές είχαν κάνει «κουσέρβα», όπως ονόμαζαν την ομάδα, και είχαν ορίσει τον έναν από τα μέλη της «κουμάντο», υπεύθυνο δηλαδή για το ωράριο και τον τόπο εργασίας τους. Το επάγγελμα του ρετσινά ήταν σκληρό και απαιτητικό: ο ρετσινάς έπρεπε να σηκώνεται πολύ πρωί για να ξεκινήσει τη δουλειά του, συχνά τρεις και τέσσερις τα ξημερώματα. Έπρεπε να επιλέξει τα κατάλληλα δέντρα, να τους κάνει μια σχισμή στο μέγεθος της παλάμης και να τοποθετήσει από κάτω έναν τενεκέ. Εκεί θα έπεφτε το πολύτιμο υγρό, το ρετσίνι. Το βάρος του ήταν αρκετά μεγάλο και ο κόπος των ρετσινάδων εξίσου μεγάλος. Χαρακτηριστικά αναφέρει ο κ. Σπύρος Γαλάρης, «Για να τρέχεις λοιπόν από πεύκο σε πεύκο και να ανεβοκατεβάζεις τον τενεκέ, χρειάζονται γερά χέρια, γερή πλάτη και γερή καρδιά, ειδικά αν το δάσος είναι σε πλαγιά.»

Μεγάλος επίσης ήταν ο κίνδυνος της πυρκαγιάς, οι ρετσινάδες όμως φρόντιζαν για τον καθαρισμό των δασών από τις πευκοβελόνες και τα κλαδιά, καθώς και για τη διάνοιξη μονοπατιών. Οι ρετσινάδες επομένως ζούσαν από το δάσος αλλά ταυτόχρονα το προστάτευαν!

Ο ρετσινάς
Τενεκέδες για τη συλλογή του ρετσινιού.


Τα σύνεργα του ρετσινά ήταν ένα σκερπάνι, ένας ή περισσότεροι τενεκέδες, ένα κουτάλι και μια γούβα ή δοχείο. Από ένα πεύκο μπορούσαν να παραχθούν  τρεις τόνοι ρετσίνι με χτυπήματα 10-40 φορές!

 Οι ρετσινάδες ενοικίαζαν πευκόφυτες εκτάσεις έναντι τιμήματος που καθοριζόταν από την τελική τιμή του ρετσινιού. Προπολεμικά η τιμή του ρετσινιού ήταν 10-15 δρχ, όπως αναφέρει ο Γεώργιος Μπόγρης στο περιοδικό Αιγιναία.

Η ετήσια ποσότητα ρετσινιού ήταν γύρω στους 200 τόνους. Όλη η παραγωγή διοχετευόταν στο εργοστάσιο επεξεργασίας ρητίνης στην Έλευσίνα, ιδιοκτησία Κωσταπαύλου, μέσω ντόπιων Αιγινητών εμπόρων. Με την επεξεργασία έβγαινε νέφτι και κολοφώνιο. Το τελευταίο προοριζόταν για ποικίλες χρήσεις και εξαγόταν σε μεγάλες ποσότητες στο εξωτερικό.

Το ρετσίνι στάθηκε πηγή επιβίωσης για τους Μεσαγρίτες για πολλά χρόνια. Το χρησιμοποιούσαν για την παραγωγή της ρετσίνας, του γνωστού κρασιού που παράγεται στο

Μεσαγρό, νέφτι, πλαστικά είδη κ.ά. Μάλιστα, στη διάρκεια της επανάστασης του 1821, από το Μεσαγρό έπαιρναν ρετσίνι για τα καΐκια και κυρίως τα πυρπολικά από τα Μέγαρα, την Αίγινα και το Αγκίστρι. Η συλλογή του ρετσινιού έπαψε το 1985, με το κλείσιμο του εργοστασίου ρητίνης στην Ελευσίνα. Σήμερα το επάγγελμα του ρετσινά έχει εγκαταλειφθεί και τα εργαλεία των ρετσινάδων δε «βαρούν» πια τα πεύκα αλλά θυμίζουν τον κόπο αλλά και τη δεξιοτεχνία που απαιτούσε το παραδοσιακό αυτό επάγγελμα.    

Το κοπανέλι

Τα παλιά τα χρόνια οι γυναίκες στην Αίγινα κεντούσαν στο χέρι όμορφα κεντήματα, ύφαιναν στον αργαλείο, υφάσματα και κουρελούδες, έπλεκαν δαντέλες και κουβέρτες με το βελονάκι. Μερικές γυναίκες το κοπανέλι το έκαναν ερασιτεχνικά αλλά και επαγγελματικά.

Την εποχή του Οθωνά ήρθε στην Αίγινα η Βελγίδα λαίδη Έγγερτον και δίδαξε ένα καινούριο είδος κεντήματος, μια μορφή δαντέλας που πλεκόταν με ξεχωριστό τρόπο. Το ονόμασαν κοπανέλι. Το ονόμασαν έτσι, γιατί τα ξυλάκια που χρησιμοποιούνται, για να πλέκεται η κλωστή, κάνουν ένα ρυθμικό θόρυβο, καθώς τα χέρια της πλέχτρας, δηλαδή αυτή που πλέκει, προσπαθούν να πετύχουν τη σωστή κίνηση της διασταύρωσης της κλωστής πάνω στο ειδικά κατασκευασμένο μαξιλάρι, το ''κουσούνι'', που είναι φτιαγμένο από ύφασμα, ''κάμποτο'', γεμισμένο με άχυρα. Πάνω σε αυτό τοποθετείται το σχέδιο που θα πλεχτεί, ζωγραφισμένο με σκούρο μελάνι, για να διακρίνεται και να γίνεται σταθερή η τοποθεσία της καρφίτσας που κρατά το πλεκτό.

Κοπανέλι (φωτο από Μορφωτικό Σύλλογο Αίγινας)

Όμως η εργασία με το κοπανέλι είναι δύσκολη και πολύ κοπιαστική, γι' αυτό σήμερα,ωοι νέες δεν ασχολούνται, αφού βρίσκουν ευκολότερες και καλύτερα αμειβόμενες εργασίες. Έτσι λίγες γυναίκες κεντούν και μάλιστα αυτές που το αγαπούν, που έχουν μεράκι......

Άννα Ρόδη , κάτοικος Μεσαγρού δηλώσεις στην << Αιγιναία >>.

« Γεννήθηκα στους Αγίους αλλά μετά το γάμο μου, στα δεκαέξι, μένω στο Μεσαγρό .Έμαθα κοπανέλι από τη Γεωργία Ρόδη.  Στο Μεσαγρό ξέρανε κοπανέλι πολλές: η Ουρανία η Κρομμύδα, η Χριστίνα η Ρόδη, η Αλεξάνδρα η Ρόδηκαι η Παναγιώτα η Ροδάκη. Για τρία χρόνια δίδαξα κοπανέλι στη Σχολή Οικοκυρικής του Αγίου Νεκταρίου και είχα δώδεκα μαθήτριες. Ακόμα αναπολώ εκείνα τα χρόνια......»

Το "κουσούνι".
Η πρώτη σχολή κοπανελιού στην Αίγινα.


Το λιοτρίβι

Η Αίγινα στο παρελθόν είχε μεγάλη παραγωγή λαδιού και γι' αυτό στο νησί υπήρχαν πολλά λιοτρίβια ή λιατρίβια, όπως τα λένε στην Αίγινα, κάποια από τα οποία επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας. Μάλιστα, πριν από την επανάσταση του 1821, σε μια αναφορά των προκρίτων του νησιού αναφέρεται: "έβγαζαν τις ελιές με το πόδι, τις άλεθαν άνθρωποι." Επομένως τα λιατρίβια ήταν χειροκίνητα. Αργότερα, και μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, τα γύριζαν άλογα, ενώ σήμερα είναι πια μηχανοκίνητα.
 
Στο Μεσαγρό υπήρχαν πολλά λιατρίβια, καθώς οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν εντατικά με την καλλιέργεια της ελιάς. Τα επιβεβαιωμένα είναι αυτά του Χαλδαίου στη Γέφυρα και του Τάκη Γαλάρη. Στη Βαγία λειτουργούσε το λιοτρίβι του  Ντιρλαντά και στις  Πόρτες  ένα  παλαιό  μέχρι  το 1940. Σήμερα υπάρχει μόνο ένα λιατρίβι στο Μεσαγρό. Ανήκει στον κ. Νίκο Χαλδαίο, ο οποίος μας υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά στο λιατρίβι του και μας έδειξε τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η παραγωγή του ελαιόλαδου. Μας μίλησε για τα παλιά χρόνια, όταν τα λιατρίβια είχαν πολλή δουλειά και αποτελούσαν μια καλή εργασία για τους Μεσαγρίτες αλλά ταυτόχρονα πολύ σκληρή και κουραστική. Μάλιστα, όπως μας είπε χαρακτηριστικά, τα λιατρίβια είχαν μεγάλη παραγωγή και δούλευαν μέχρι το Μάρτιο!

Ο κ. Νίκος Χαλδαίος μπροστά στο λιοτρίβι του.
Ο κ. Νίκος Χαλδαίος μάς ξεναγεί στο λιοτρίβι του (κάντε διπλό κλικ για να ξεκινήσει το βίντεο)
 
 Ο ψαράς

Η αλιεία είναι άλλη μια παλιά ενασχόληση των κατοίκων της Αίγινας που οφείλεται στην άμεση επαφή με τη θάλασσα. Ακόμα και στο Μεσαγρό, που είναι ένα χωριό σχετικά απομακρυσμένο από τη θάλασσα, υπήρξαν και υπάρχουν ακόμα και σήμερα άνθρωποι που ασχολούνται με αυτό το επάγγελμα. Οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι ψαράδες ήταν πολλές και η ψαριά δεν ήταν πάντα καλή. Όμως αυτοί συνέχιζαν να προσπαθούν.

Τράτα στη Βαγία.
Ο κ. Σωτήρης Κομματάς μάς δείχνει τα σύνεργα του ψαρά (κάντε διπλό κλικ για να ξεκινήσει το βίντεο)

Εμείς συναντήσαμε τον κ. Σωτήρη Κομματά, ο οποίος μας μίλησε για το επάγγελμα του ψαρά. Μας είπε ότι οι ψαράδες στο παρελθόν ήταν περισσότεροι και πως η κύρια αιτία που ασχολήθηκε ο ίδιος με το ψάρεμα ήταν η αγάπη για τη θάλασσα. Θυμήθηκε καλές ψαριές! Σήμερα η κατάσταση είναι πιο δύσκολη σε σύγκριση με παλιά. Στο Μεσαγρό υπάρχουν 5-6 ψαράδες που ασχολούνται επαγγελματικά και πολλοί ερασιτέχνες. Η υπεραλίευση δημιουργεί πολλά προβλήματα και κάνει το ψάρεμα μια δύσκολη υπόθεση.

Ο αγωγιάτης

Οι "αγωγιάτες", είναι επάγγελμα που συναντάμε προπολεμικά. Είναι οι "πρόδρομοι" των αυτοκινητιστών.

Πραγματοποιούσαν επί πληρωμή ιδιωτικές μεταφορές εμπορευμάτων, κρασιών (σε ασκιά), διακινούσαν ταξιδιώτες, ιδιώτες, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς, κρατικούς λειτουργούς για την εκτέλεση υπηρεσίας.

Κυρίως μετέφεραν δημητριακά (σιτάρι, καλαμπόκι) ή όσπρια ή πατάτες ή κρέας για τον ανεφοδιασμό των κατοίκων. Επίσης, μετέφεραν και επισκέπτες στις απομακρυσμένες γειτονιές.

Λόγω των μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των οικισμών, η μετακίνηση των ανθρώπων και η διακίνηση των προϊόντων με τα ζώα ήταν ο κυρίαρχος τρόπος μεταφοράς. Κι αυτό μέχρι τη δεκαετία του '20, που δεν υπήρχαν πολλά μεταφορικά μέσα, ενώ η έλλειψη δρόμων εμπόδιζε τις μεγάλες μετακινήσεις.

Η αμοιβή του "αγωγιάτη" ήταν σχετικά καλή για κείνα τα χρόνια, όμως η δουλειά ήταν δύσκολη και εξαντλητική.

Παλιά φωτογραφία αγωγιάτη στον δρόμο προς το ναό της Αφαίας.
Μεσαγρίτες αγωγιάτες στο δρόμο για την Αφαία.


Το αλώνισμα

Η διαδικασία

 Απλώνονται πάνω στο πέτρινο αλώνι τα δεμάτια, κόβονται τα δεματικά και σκορπίζονται τα χερόβολα σε όλο το χώρο του αλωνιού. Στο κέντρο του βρίσκεται ο στιχερός , που είναι ένα χοντρό και γερό ξύλο, συνήθως από πουρνάρι, μπηγμένο στο χώμα και στερεωμένο καλά. Πάνω του δένεται η τριχιά, που κρατά τα ζώα όταν γυρνάνε πάνω στο αλώνι. Συνήθως χρησιμοποιούνται άλογα ή μουλάρια. Δένονται μεταξύ τους με λαιμαριές φτιαγμένες με τριχιά και όλα μαζί δένονται με το σκοινί του στιχερού. Ο αγωγιάτης, έτσι λέγεται αυτός που ακολουθεί τα ζώα στο αλώνι, κρατά μια βίτσα στα χέρια, την χτυπά στον αέρα για να τα φοβίζει  και να τρέχουν. Η κίνηση των ζώων γίνεται και προς τις δυο κατευθύνσεις. Το σκοινί του στιχερού μαζεύεται πάνω του ενώ τα ζώα τρέχουν και έτσι πατούν τα χερόβολα σε όλο το αλώνι απ' έξω προς τα μέσα. Ύστερα  τα αλλάζουν. Το ζώο που ήταν απέξω έρχεται μέσα και έτσι  το σκοινί απλώνει. Κατά τη διάρκεια του αλωνισμού γίνεται το "γύρισμα". Με τα δικράνια ανοίγουν το αλώνι. Κάνουν δηλαδή αυλάκια κατά κάποιον τρόπο στο αλώνι για να ανεβάσουν τα χερόβολα που δεν έχουν πατηθεί από τα ζώα και δεν έχει βγει ο καρπός, για να αλωνιστούν. Το αλώνισμα συνεχίζεται μέχρις ότου τα χερόβολα γίνουν άχυρο και φυσικά βγει ο καρπός από τα στάχυα.

Ύστερα γίνεται το μάζεμα. Η συγκέντρωση του αλωνιού στο στιχερό σε σωρό. Μετά το μεσημέρι γίνεται το λίγνισμα. Ο αέρας που φυσά βοηθά σ' αυτή τη δουλειά. Με τα δικράνια πετάνε ψηλά το άχυρο για να διαχωριστεί από τον καρπό. Ο αέρας το μεταφέρει στην άκρη του αλωνιού. Χρησιμοποιούν ακόμη τα ξύλινα φτυάρια και φυσικά το δριμόνι (μεγάλο κόσκινο) για το κοσκίνισμα του καρπού. Ο καρπός λιάζεται και αποθηκεύεται στα κασόνια ή στα ματαράτσια (μεγάλα υφαντά σακιά). Το άχυρο μεταφέρεται στα καλύβια με τις λιοπάνες ή τα χαράρια για να χρησιμεύσει σαν τροφή στα ζώα τους χειμερινούς μήνες.

Έτσι ολοκληρώνεται η επίπονη εργασία του αλωνισμού.

Τα αλώνια του Μεσαγρού, όπως μας πληροφορεί ο κ. Γ. Μπήτρος στο περιοδικό Αιγιναία, είναι τα εξής: Στη θέση Μπαρού, όπως μαρτυρά και η γνωστή στην Αίγινα φράση "στου Μπαρού κάνουν ζευγάρι", δίπλα από το ξωκκλήσι των Αγίων Αναργύρων, το οποίο είναι και το καλύτερα συντηρημένο αλώνι της Αίγινας, στην είσοδο του χωριού, κοντά στο κοιμητήριο βρίσκεται επίσης το αλώνι της οικογένειας Σολωμού, το αλώνι του Διαμαντή στην περιοχή της Παναγίας της Πολίτισσας, όπως επίσης και άλλο ένα. Αλώνι διαθέτει και το σπίτι του Ροδάκη, ενώ ένα ακόμα εντοπίζεται απέναντι από το νηπιαγωγείο.

Ο κ. Γαλάρης Σπύρος, η ζώσα παράδοση του Μεσαγρού μας παράδωσε τα εξής:

Τα αλώνια στο Μεσαγρό ήταν πολλά και οπωσδήποτε απαραίτητα γι’ αυτούς που έσπερναν πολλά χωράφια με στάρια, κριθάρια, σμιγάδια, βίκους, αρακάδες, αράκια.  Τα αλωνίσματα κρατούσαν όλο το μήνα Ιούλιο. Στο Μεσαγρό δεν υπήρχε γεωργός που να μην έχει αλώνι. Μάλιστα ήταν και ένα δείγμα ότι ήταν καλός γεωργός και νοικοκύρης.

Τα αλώνια τα φτιάχνανε σε κατάλληλους αλωνότοπους στις ιδιοκτησίες τους, υπολογίζοντας ιδιαίτερα τη συμπεριφορά των αέρηδων. Τα στρώνανε με πετρόπλακες και γύρω-γύρω βάζανε πέτρες όρθιες.

Το άνοιγμα τους ήταν από δέκα έως δεκαπέντε μέτρα. Πριν μπει ο αλωνάρης μήνας, καθάριζαν τον περίγυρο τους και τα σκούπιζαν με «σαρώστρες» που φτιάχνανε από «πλίστος» θάμνου. Όλα έπρεπε να είναι έτοιμα πριν μπει ο Ιούνιος μήνας, ο θεριστής. Έβαζαν το «στιχερό», ένα γερό, χοντρό ξύλο, στη μέση τ’ αλωνιού, ύψους δύο μέτρα περίπου. Ένα δέντρο που πάντα υπήρχε κοντά έπρεπε να ενισχυθεί με κλαριά για να πυκνώσει η σκιά του. Αυτά τα δέντρα ήταν σκίνος ή πεύκος για να φέρνουν δροσιά. Ετοίμαζαν τα εργαλεία θεριστήρια (μικρά δρεπάνια), αλόργους για χοντροκοσκινίσματα, κόσκινα διάφορα για τα επόμενα κοσκινίσματα, φτυάρια ξύλινα για τον καρπό, το θρινάτσι για το λίκνισμα, το μεσάδι-ένα δοχείο που μετρούσαν τον καρπό, το οποίο ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο, όταν υπήρχε κολύγας, τους κάδους για να βάζουν τον καρπό και άλλα.

Στον Μεσαγρό υπήρχε τα παλιότερα χρόνια μόνιμος τεχνίτης που έφτιαχνε αλόργους και μικρότερα κόσκινα για όλους τους καρπούς. Η θέση που είχε το εργαστήρι του, σήμερα ονομάζεται «Κοσκινάς» και είναι μια όμορφη γειτονιά στην θέση «Λουριά».

Όταν άρχιζαν τα θέρητα τον Ιούνιο θεριστή, έβρεχαν τις «ραφίες», κορμούς της βρίζας, για να πλέξουν τα δεματικά για να δένουν τα χερόβολα σε δεμάτια για τη μεταφορά από το χωράφι στ’ αλώνι. Στα «θέρητα», «θέρη» ή «θερίσματα», πήγαιναν οικογενειακώς και συνεργαζόντουσαν οι οικογένειες. Ιδιαίτερα οι κοπελιές θέριζαν και τραγουδούσαν και την ώρα του μεσημεριανού, κάτω από ένα δέντρο, όλοι μαζί άνοιγαν τις πετσέτες και τα «συφερτά» τους και έτρωγαν και έπιναν, λόγω ζέστης, νερό. Οι περισσότεροι είχαν το δικό τους «σταμνάγι = κανάτι » και ευχόντουσαν: «Να’ μαστε καλά και του χρόνου στα θέρητα και να πιούμε και κρασί!».
Τα δεμάτια τα φόρτωναν στα μουλάρια και στους γαϊδάρους οι κουβαλητάδες, που ήταν γεροδεμένα αγόρια. Φόρτωναν, ξεφόρτωναν και τα πήγαιναν στον περίγυρο του αλωνιού και τα τοποθετούσανε, κάνοντας θημωνιές και απάνω έβαζαν «σκιάχτρα» για να μην πηγαίνουν τα πουλιά.

«Φύσηξε μπάτη αγέρα μου να πήξουν τα κριθάρια μας,
να φιάξουμε τις κριθινές να ροκανίζουμε μ’ ελιές,
να κάνουμε και μ’ άχυρα στρώματα στα κρεβάτια μας.
Φύσηξε μπάτη αγέρα μου να πήξουν τα κριθάρια μας
Για να κρατήσουμε σπορά να βάλουμε στ’ αμπάρια μας»

Κάπου κοντά, πρώτα ή μετά, αλώνιζαν βίκους, αρακάδες και αράκια. Οι βρίζες ήταν σε μικρές ποσότητες. Τις έσπερναν για τα ζωντανά και για να κάνουν δεματικά. Τα στάρια τα αλώνιζαν τελευταία.

Στο κέντρο του αλωνιού το στηχερό που δένανε το σχοινί για να γυρίζουν γύρω-γύρω τα ζα, κι όταν τέλειωνε ο γύρος με τη σειρά πήγαιναν και τα γύριζαν. Και ο αλωνιστής έτρεχε πίσω από τα ζα, που συνήθως ήταν ζεμένα από δύο έως τέσσερα και έβγαζε μια κραυγή….. γιάτα, γιάτα, γιάτα, γιάτα….. και εκείνα καμαρώνανε και έτρεχαν ευχαριστημένα γι’ αυτό που κάνανε. Πάντα ήταν κάποιος που ανάδευε τα άχυρα για να διαλύονται πιο γρήγορα.

Στο Μεσαγρό ο αλωνάρης μήνας ήταν μήνας ευχαριστιών προς τον Δημιουργό, τη μάνα γη και τη φύση. Γι’ αυτό το μεσημεριανό γεύμα κάτω από τη σκιά του δέντρου ήταν κάτι το διαφορετικό. Γινόταν με σεβασμό, τιμώντας τα αγαθά, προσκαλώντας και άλλους να παραβρεθούν. Ήταν μια όμορφη, ιδιαίτερη στιγμή που τους γέμιζε χαρά. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Και οι ανύπαντροι άφηναν τη σκέψη τους στην οικογενειακή δημιουργία. Έτσι πολλοί νέοι άρχιζαν επαφές με τους προξενητάδες.
Για τον αλωνάρη μήνα έχει γραφτεί ένα πολύ όμορφο τραγούδι που ξεπέρασε κατά πολύ τα σύνορα της χώρας μας και τραγουδήθηκε πολύ. Ο τίτλος του είναι «Στην Αίγινα, στο Μεσαγρό»:

«Στην Αίγινα, στο Μεσαγρό και στην Αγιά Μαρίνα
σ’ αντάμωσα, σ’ αγάπησα τον αλωνάρη μήνα,
σε γνώρισα, σε φίλησα στη κάψα τα’ αλωνάρη
στην Αίγινα, στο Μεσαγρό μια νύχτα με φεγγάρι..»

Ο πιο επιθυμητός αγέρας για το λίχνισμα ήταν ο μεσαγρίτικος μπάτης- ο αγέρας τα’ αλωνάρη. Τα αλώνια του Μεσγρού είχαν αρχίσει από πολύ παλιά, ίσως και από τον 16ο προς 17ο αιώνα σε κάποια κρυφά σημεία των τότε Μεσαγρών. Όμως πολύ περισσότερα έγιναν μετά την εγκατάλειψη της Παλιοχώρας μετά το τέλος του 18ου αιώνα. Τα αλώνια στο Μεσαγρό άρχισαν να σταματούν από το 1950 και μετά σιγά σιγά. Θυμάμαι το 1960 υπήρχαν κάποια: του παππού μου του «Κιούπα» που το είχαν οι μπαρμπάδες μου, του μπάρμπα Νικολή Χαλδαίου «Χαχόλου», του μπάρμπα Θωμά Χαλδαίου «Θωμανού», που το είχε ο γιος του ο Σωκράτης, του μπάρμπα Κώστα Χαλδαίου «Κώτση», του μπάρμπα Παύλου Χαλδαίου πάνω από του «Μπούρμπουλα» το πηγάδι, του μπάρμπα Γιώργη του Γκαρή και του μπάρμπα μου του Χρήστου Γαλάρη που είχε στο Κουτσούρι το αλώνι του προπάππου του, ίσως και κάποια ακόμα. Πάντως τα αλώνια στο Μεσαγρό κατά τον 19ο αιώνα και μέχρι τα μισά του 20ου ήταν πάρα πολλά.

Όσοι δεν είχαν αλώνια τα παλιότερα χρόνια τους διευκόλυναν στα αλώνια τους αυτοί που είχαν. Επειδή δεν ήταν κοντά στο σπίτι τους, κάποιοι, ιδιαίτερα οι γεροντότεροι, κοιμόντουσαν το βράδυ στο αλώνι, φοβούμενοι μήπως κάποιος τους κάνει «ζαράρι», όπως έλεγαν τη ζημιά. Κάποιο φίλοι και συγγενείς σκαρώνανε «χουνέρια» για να τους τρομάξουν και να γελάσουν. Έτσι χρωμάτισα με τους πιο κάτω στίχους το περιστατικό που συνέβη στο αλώνι του παππού μου, πατέρα της μητέρας μου Ελένης Δημήτρη Παυλή Χαλδαίου (Κιούπα) γύρω στο 1900:
 

Στο αλώνι του παππού του «Κιούπα»

Κοιμήθ’ ο γέροντας στ’ αλώνι να μη του πάρουνε το βιος
Τη νύχτα φύσηξε αγέρας και εσηκώθηκε μπουχός
Πιάνει το γέροντα ξουσμάρα και ξούεται πίσω τσαι μπρος
Παίρνει μπουρού τσαι τη μαγκούρα πιστομιέται, βουλοδέρνει
Μες στα χωράφια μες στους σβούλους το πετσί του ξύνει, γδέρνει
Παίρνουν χαμπάρι τα’ οι γειτόνοι Χρύσαντος τσαι Εσπεράντος
Τσαι του ‘καναν ένα «χουνέρι» να ντονε φοβίσουν σάμπως
Τσαι παίρνουνε δυο τρεις αλόργους, τους γιωμίζουνε με στάρι
Τσαι τρεχαλούνε τσαι κρύβονται ξωπίσω απ’ το στουναρι
Τσ’ ήρθε τσ’ ο γέρο Αποστόλης, που γείτονας ήταν τσ’ αυτός
τσ’ ήρθε τσ’ ο Θοδωρής Ρετσίνας που φίλος ήτανε καλός
μπήκανε όλοι μες τ’ αλώνι τσ’ είχανε πονηρό σκοπό
με τρία ξούλινα θρουνάτσα τσαι του σηκώσανε μπουχό
να τσαι ο γέροντας με φούρια, ξαναγύρισε στ’ αλώνι
φοβισμένος τσαι να φωνάζει «πα… το στάρι μου γειτόνοι…»

Πεταλωτής

Από το 1948 άρχισε το επάγγελμά του πεταλωτή. Ο κύριος Στέλιος Κατσαραγάκης άρχισε να πεταλώνει τα άλογα και τα υπόλοιπα ζώα του, αφού παραληλα ήταν και κτηνοτρόφος. Τώρα είναι περίπου 90 ετών και δεν μπόρεσε να μας δώσει αρκετές πληροφορίες.

Η δουλειά του πεταλωτή

 Υπήρχαν τεχνίτες που έλιωναν το μέταλλο και το έφτιαχναν ώστε να πάρει το σχήμα του πετάλου. Το μέταλλο το έλιωναν στο "αμόνι". Επίσης στο πέταλο με ένα καρφί άνοιγαν τρύπες για να βάλουν τις πρόκες, ώστε να μπορέσουν να το τοποθετήσουν στο πόδια του αλόγου. Φυσικά για να πεταλώσεις ένα άλογο χρειαζόταν να γνωρίζεις κάποια τεχνική. Έπρεπε να προσέχεις γιατί μπορούσες να τραυματίσεις σοβαρά το άλογο, και να κουτσαθεί. Οι τιμές των πετάλων ήταν περίπου 5 με 10 δραχμές.

Ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία του πεταλωτή και πέταλα αλόγων
Λαξευτές ή αλλιώς Πετράδες

Αρκετοί είναι αυτοί που ασχολούνταν με το πελέκημα της πέτρας, κυρίως κάτοικοι των ορεινών χωριών. Η σκληρή μάυρη πέτρα και το πουρί υπάρχουν σε αφθονία στο νησί. Οι πετράδες κόπιαζαν πολύ για να διαμορφώσουν την πέτρα, να της δώσουν σχήμα με τα μέσα που διέθεταν. Τα απαραίτητα εργαλεία για έναν λαξευτή ή αλλιώς πετρά ήταν το κοπίδι, το σφυρί, το καλέμι, το βαριό, οι σφήνες και η τραπίνα .

Κατάφερναν όμως, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, να κατασκευάζουν σπίτια, μυλόπετρες, τζάκια, ακόμη και εικονοστάσι υπάρχει στην Παχειά - Ράχη, που πελέκησε ο Χ. Λαζάρου. Ένας άλλος μεγάλος τεχνίτης της πέτρας και δάσκαλος είναι ο Παντελής Τζώνης, που λέει: «Ο Καπράλος δουλεύει τον πωρόλιθο που είναι μαλακός, εγώ έχω τη μάυρη πέτρα, για να βροντάει το σφυρί και να ακούγεται».

Το νταμάρι του Μπέση στο Μεσαγρό.

Υπάρχουν ακόμη τεχνίτες που ασχολούνται με αυτό το είδος τέχνης, κυρίως όμως με το πουρί, στο οποίο χαράσσουν διάφορες μορφές. Από τα παλιά χρόνια μέχρι και τον αιώνα μας λειτουργούσαν πολλά νταμάρια στην Αίγινα από τα οποία έπαιρναν οι πετράδες το πούρι και την μαρόπετρα.

Ο τρυγητής

Στο παρελθόν στο Μεσαγρό υπήρχαν πολλά αμπέλια και οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν συστηματικά με την καλλιέργειά τους, την παραγωγή κρασιού, της περίφημης ρετσίνας του Μεσαγρού και μούστου. Μάλιστα ήταν γνωστό στην Αίγινα ότι οι  καλύτερες  εκτάσεις  για  αμπέλια  ήταν  στη  Μπαμπατσέα (παραλιακή έκταση  πριν από τη Βαγία)  και στο Μεσαγρό.

Μεσαγρίτης πουλάει σταφύλια από το Μεσαγρό στα Λεμονάδικα του Πειραιά.

Τα είδη σταφυλιών ήταν: τα σαββατιανά, οι ροϊδίτες, τα φιλέρια, τα σιρίτια και η σταφίδα.

Ο Ροδίτης που αλλού είναι γνωστός και με τα ονόματα Ρογδίτης, Αλεπού,Κοκκινοστάφυλο και Κρυτσανιστή, είναι μιά πολύ παλιά γηγενής ρόδινου χρωματισμού ποικιλία, που ευδοκιμούσε κάποτε και στο νησί μας, όπου εξακολουθεί να απαντάται σποραδικά σε ημιεγκαταλελειμένη κατάσταση.
Οι πιο "παλιοί" εξακολουθούν να εκθειάζουν την γεύση του αλλά και την κριτσανιστή αίσθηση των ραγών του.
Σε  κάθε αμπελώνα της Αίγινας παλιά, που ως επι το πλείστον είχαν Σαββατιανή ποικιλία, πάντα υπήρχαν και αρκετοί Ροδίτες που συμμετείχαν και αυτοί στην παραγωγή της Ρετσίνας.

Τσιμπουρίτης. Εργαλείο για την εξαγωγή του μούστου.

Η Μπαμπατσέα έβγαζε τον καλύτερο μούστο. Καταλάβαινες τον μούστο, αν ήταν καλός, με τα γράδα. Μετράμε τα γράδα με το γραδόμετρο. Της Μπαμπατσέας τα γράδα ήταν 13-14, του Μεσαγρού ήταν 11-12. Τα αμπέλια στην Αίγινα τα αφάνησε η φυλλοξέρα. Ένα από τα εργαλεία για την εξαγωγή του μούστου ήταν οι τσιμπουρίτες.