Το αρχαίο λιμάνι
Μετάβαση στο τέλος των μετα-δεδομένων
Μεταφορά στην αρχή του μεταδεδομένων
 

Μαλόεις λιμήν - Το βόρειο λιμάνι της Μυτιλήνης.

Το παλιό λιμάνι βρίσκεται στη περιοχή Επάνω Σκάλα, δίπλα στο κάστρο, στη βόρεια πλευρά της Μυτιλήνης.

Αν και σήμερα είναι εγκαταλειμμένο και στη θέση του υπάρχουν μόνο χαλάσματα και βράχια μέσα στη θάλασσα, παρ’ όλα αυτά έχει μεγάλη ιστορία.

Η ιστορία του αρχίζει τα τέλη του 5ου αι. π.Χ., την εποχή όπου ο σημερινός λόφος με το Κάστρο, ήταν νησάκι και διαχωριζόταν από το κύριο σώμα της Λέσβου με τον Εύριπο, μία στενή λωρίδα θάλασσας δηλαδή, πλάτους 30μ. και μήκους 300μ. περίπου, ο οποίος ένωνε τους δύο όρμους που σχηματίζονταν στα βόρεια και τα νότια. Στους δύο αυτούς όρμους κατασκευάστηκαν τα δύο λιμάνια της πόλης της Μυτιλήνης: το βόρειο που ήταν εμπορικό λιμάνι και το νότιο που ήταν  πολεμικό.

Ο Εύριπος υπήρχε μέχρι και τα Μεσαιωνικά χρόνια (15ος αιώνας μ.Χ.), οπότε και επιχωματώθηκε. Τα δύο λιμάνια έδιναν στην πόλη ένα εξαιρετικό προνόμιο. Αφενός έτσι ξεχώριζαν και εξυπηρετούνταν καλύ­τερα οι πολεμικές και ειρηνικές ανάγκες, αφετέ­ρου τα πλοία απέπλεαν με οποιονδήποτε άνεμο. Απ' το νότιο, όταν φυσούσε βοριάς κι απ' το βόρειο, όταν φυσούσε νοτιάς.

Ο Εύριπος, στα σημεία που ήταν πυκνοδομημέ­νη και πολυσύχναστη η πόλη, γεφυρωνόταν με γέφυρες από μάρμαρο. Κατάλοιπα από τις γέφυρες και το ακρομώλιό του (βορειοδυτικά) έχουν εντοπιστεί σε πρόσφατες ανασκαφές.

Το Νότιο λιμάνι ήταν "κλειστό", όπως το περιγράφει ο Στράβων (1ος  μ.Χ. αιώνας). Έκλεινε δηλαδή με αλυσίδα και προστατευό­ταν από πύργους ελέγχου και άμυνας. Ήταν το πολεμικό λιμάνι της πόλης, στο οποίο ελλιμενιζόταν και ανασυρόταν στις ακτές μέσα σε νεωσοίκους (μακρόστενα κτίρια με άνοιγμα προς τη θάλασσα με επικλινές έδαφος με κλίση προς το νερό, ώστε τα πλοία να τραβιούνται εύκολα στη στεριά) οι πολεμικές τριήρεις και άλλα πολεμικά πλοία.

Το βόρειο όμως λιμάνι, που κατά την αρχαιότητα λεγόταν "Μαλόεις λιμήν", λόγω του ιερού του Μαλόεντος Απόλλωνα που υπήρχε εκεί, ήταν το εμπορικό και συνέδεε την πόλη με τα άλλα λιμάνια του Αιγαίου, του Ευξείνου και της Μεσο­γείου. Ήταν το εμπορικό κέντρο της πόλης.

Το αρχαίο λιμάνι, το λεγόμενο σήμερα "της Επά­νω Σκάλας", έχει πλάτος 500 μ. και μήκος 400 μ., καλύπτει δηλαδή μια έκταση 20.000 τ.μ. και προστα­τεύεται ακόμα και σήμερα από τους δυο αρχαίους μόλους του (λιμενοβραχίονες), τον μεγάλο, δεξιά καθώς βλέπουμε απ' την ακτή, μήκους 250 μ. και από τον μικρό, αριστε­ρά, μήκους 100 μ. Το μεταξύ τους άνοιγμα, που αποτελεί την είσο­δο του λιμανιού, τον αρχαίο "είσπλουν", είναι 100 περίπου μέτρων. Το βάθος έξω απ' αυτή είναι 15 μ. και μέσα από 10 έως 4 μ. που σταδιακά μειώνεται προς την παραλία στα 2 και 1 μ.

Αναφέρεται ότι, ο πυθμένας του λιμανιού είχε στρωθεί με πλάκες, αφενός για να μη μειώνεται το βάθος του με φύκια και συσσώρευ­ση λάσπης και να καθαρίζεται πιο εύκολα, αφετέρου για να μη αγκυροβολούν σ' αυτό ανεπιθύμητα πλοία, όμως αυτό δεν έχει αποδειχτεί. Πάντως σε ορισμένα σημεία διακρίνεται λιθόστρωτο στο βυθό, όπως κάτω από τον υπάρχοντα και σήμερα πύργο του Κάστρου.

Ο μεγάλος (δεξιός) μόλος αρχίζει από την ακτή, όπου υπάρχει στη αρχή του κυματοθραύστη ένας κυκλικού σχήματος πύργος με πολεμίστρες προς όλες τις κατευθύνσεις του ορίζοντα. Από κει οι φρουροί θα παρακολουθού­σαν και θα προστάτευαν το λιμάνι. Στη μισή περίπου διαδρομή του, κάμπτεται αριστερά σχηματίζοντας αμβλεία γωνία, ώστε να δέχεται πλαγίως τα κύματα και συνεχίζει ώσπου να συναντήσει τα φυσικά βρά­χια του είσπλου, όπου και τερματίζεται. Στο τέρμα του ο μόλος έχει ύψος 2 μ. και άλλα 2 μ. είναι η όρθια μαρμάρινη κολόνα, που σηματοδοτεί την είσοδο του λιμανιού. Σε μία γκραβούρα του 18ου αιώνα του Choiseul-Gouffier, στη θέση της μαρμάρινης κολόνας απεικονίζεται ένας πύργος - φάρος που σηματοδοτεί την  είσοδο του λιμανιού. Ο μόλος στην υπόλοιπη έκταση του έχει ύψος πάνω από τη θάλασσα μέχρι 1 μ.

Ο μικρός (αριστερά) μόλος, που κλείνει το μέρος του βοριά, ξεκινά απ' την ακτή, όπου σήμερα υπάρχει το εγκαταλειμμένο εδώ και αρκετά χρό­νια εργοστάσιο "Καλαμάρη", ακολουθεί μια ελαφρώς καμπύλη γραμμή και καμπτόμενος συνεχώς καταλήγει σε κακή κατάσταση, χαμηλότερα απ' τον μεγάλο, στην είσοδο του λιμανιού. Παρά τη μελετημένη του κατασκευή, λόγω της ορμη­τικότητας των κυμάτων απ' την πλευρά αυτή που "βλέπει" στο Βορρά και της έλλειψης συντήρησης του, ένα μεγάλο μέρος του δεν άντεξε τα επί τόσους αιώ­νες πλήγματα και διαλύθηκε.

Στην καταστροφή των δύο μόλων σημαντικό ρόλο έπαιξαν και κάτοικοι της Μυτιλήνης που χρησιμοποίησαν στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν τις πέτρες αυτών, όπως και αυτές του κάστρου, του αρχαίου θεάτρου και άλλων μνημείων, ως δομικά υλικά για την κατασκευή νέων κτηρίων.

Επίσης, υπάρχει και ένας τρίτος υποβρύχιος μόλος, που έχει την ίδια κατεύθυνση με τον μεγάλο (δεξιό) μόλο, ο οποίος κάμπτεται δυτικά σχηματίζοντας έναν εσωτερικό υπολιμένα. Προφανώς αυτός προστάτευε την είσοδο του Ευρίπου, η οποία αποκαλύφθηκε στις ανα­σκαφές του 1999 δίπλα στο σημερινό κτίριο του ΙΚΑ.

Η θεμελίωση των μόλων έγινε με ρίψη, μέσα από ξύλινα καλούπια, ενός είδους υδραυλικού σκυροδέματος. Το σκυρόδεμα αυτό φτιάχτηκε από ένα μίγμα που περιείχε ή ηφαιστειακής προέλευσης "Θηραϊκή γη" ή τριμμένο κεραμίδι, σε μορφή σκόνης, ανακατεμένο με ασβέστη , το οποίο μέσα στο νερό, γλυκό ή θαλασσινό, πήζει και σκληραίνει σαν το τσιμέντο. Το υλικό αυτό μαζί με μικρές πέτρες εξομάλυνε τις διάφορες πτυχώσεις και κλίσεις του βυθού και πάνω στη βάση, που δημιούργησε τοποθετήθη­καν οι πέτρινοι ογκόλιθοι σε δυο σειρές, οι οποίες απείχαν μεταξύ τους στον μεγάλο μόλο 7,50 μ. και στον μικρό 8,50 μ. Το ενδιάμεσο κενό γέμισε με πέτρες και πάνω τους τοποθετήθηκαν πλάκες δημιουργώντας την προκυμαία. Στην εξωτερική πλευρά των μόλων, οι ογκό­λιθοι ήταν ψηλότερα τοποθετημένοι για να αντι­μετωπίζουν τα κύματα. Στο εσωτερικό μέρος οι ογκό­λιθοι ήταν συνήθως μικρότεροι απ' τους εξωτερικούς, οι οποίοι συχνά ήταν τετραγωνισμένοι με διαστάσεις 2,20 Χ 1 Χ 0,90 μ. και βάρους 4-5 τόνων. Το βάρος αυτό και η προσεκτική τοποθέτηση τους κρατά και σήμερα χωρίς συγκολλητική ύλη σε θαυμαστή επαφή και συνοχή, τόσο που ούτε λεπίδα μαχαιριού δεν χωρά ανάμεσα τους.

Για να εκτονώνεται η ορμή των κυμάτων, που δεχόταν και ο μικρός και ο μεγάλος μόλος, ανά διαστήματα 38μ. είχαν φτιαχτεί διάκενα, ώστε να περνά μέσα απ' αυτά η θάλασσα.

Οι εμπορικές δραστηριότητες της πόλης ξεκινούσαν απ' το βόρειο λιμάνι. Έτσι λοιπόν είναι προφανές ότι στις ακτές του θα υπήρχαν ναυπηγεία συντήρησης και επισκευής των πλοίων, αποθή­κες και ό,τι άλλο κτίριο και εργα­στήριο ήταν απαραίτητο για την εξυπηρέτηση του εμπορικού στόλου. Εκτός απ' αυτά υπήρ­χαν γύρω από το λιμάνι και πολλά άλλα δημόσια και ιδιωτικά κτήρια, όπως ναοί, στοές, εμπορι­κά καταστήματα κ.α., που συνεχιζόταν προς τις όχθες του Ευρίπου.

Απ' τα αρχαιολογικά ευρήματα στη στεριά γύρω απ’ το λιμάνι επιβεβαιώνεται η εμπορική και λοι­πή δραστηριότητα που αναπτυσσόταν εκεί. Το 1928 κατά τις εκσκαφές για την ανέγερση της "Προσφυγικής Αγοράς", ήρθε στο φως στοά του 3ου π.Χ. αιώνα μήκους 15 περίπου μ. με κιονοστοι­χία οκταγωνικών κιόνων και μια δεύτερη μικρό­τερη στοά στα Νοτιοδυτικά της Αγοράς. Το 1961 κοντά στο ΙΚΑ βρέθηκε Ρωμαϊκό οικο­δόμημα με κεντρικό αίθριο και γύρω δωμάτια. Αργότερα σε ανασκαφή στην οδό Μαβίλη και Λόγγου βρέθηκε το ιερό του Μαλόεντος Απόλλωνος, που οι παλαιότερες φάσεις του χρονολογούνται στον 10ο αι. π.Χ. και σε ανασκαφή στην οδό Μεραρχίας Αρχιπελάγους  (οικόπεδο Πειραματικού Γυμνασίου) βρέθηκε το Ιερό της Κυβέλης.

Στον λόφο πάνω απ' το βόρειο λιμάνι, οι πλούσιοι Μυτιληνιοί έκτισαν τις επαύλεις τους, διώροφες και με ψηφι­δωτά, «Ρωμαϊκή οικία» (οδός  Κιουταχείας και Θεολύτου),  «Οικία Μενάνδρου» (οδός Κριναγόρα, θέση Χωράφα), Ρωμαϊκή έπαυλη (οδός Π. Αγιορείτου- Αχιλλείου, οικόπεδο 8ου Δημοτικού Σχολείου Μυτιλήνης).

Το πολύβουο εμπορικό λιμάνι που τότε χτυπούσε δυνατά η καρδιά της πόλης και φιλοξενούσε στα ήρεμα νερά του μεγάλα εμπορικά πλοία, τώρα φιλοξενεί μερικές μόνο ψαρόβαρκες.

Στις ακτές του δεν υπάρχουν πλέον ναυπηγεία, αποθήκες και εργαστήρια, παρά μόνο μερικές ταβέρνες και καφετέριες, καθώς και ένα καρνάγιο για να επισκευάζονται καΐκια και ψαρόβαρκες. Επίσης υπάρχει και το άγαλμα τις Μικρασιάτισας Μάνας για να μας θυμίζει τους πρόσφυγές που ήρθαν το 1912 και το 1922 από την Μικρά Ασία, διωγμένοι από τους Τούρκους και έφτιαξαν στις ακτές του και στη γύρω περιοχή τις παράγκες τους για να ξαναξεκινήσουν την ζωή τους.

Τίποτε πια δεν θυμίζει τις παλιές δόξες του βόρειου λιμανιού. Οι απαιτήσεις της εποχής μας μετέφεραν τις εμπορικές δραστηριότητες στο πολεμικό Νότιο λιμάνι που επεκτάθηκε και εκσυγχρονίστηκε και το Βόρειο λιμάνι εγκαταλείφτηκε στην τύχη του να το δέρνει αλύπητα ο βοριάς.




Βιβλιογραφία - πηγές:

  1. Το Αρχαίο Λιμάνι της Μυτιλήνης – Παρασκευαΐδης Παναγιώτης – έκδοση Λιμενικού Ταμείου Λέσβου.
  2. Απάνω Σκάλα η Μυτιληνιά – Αναγνωστοπούλου Μαρία – εκδόσεις Εντελέχεια.
  3. Ιστορία της Λέσβου – Σύνδεσμος Φιλολόγων Ν. Λέσβου.
  4. Λιμενοσκόπιον – Εφορία Εναλίων Αρχαιοτήτων -  www.limenoscope.ntua.gr.
  5. Υποβρύχια έρευνα στα λιμάνια της Λέσβου - Εφορία Εναλίων Αρχαιοτήτων - http://www.arxaiologia.gr